Κάθε Σεπτέμβριο το ελληνικό μπάσκετ βρίσκεται σε μια περίεργη ενδιάμεση κατάσταση. Τα ρόστερ έχουν σχεδόν ολοκληρωθεί, οι ομάδες έχουν επιστρέψει στα γήπεδα, τα πρώτα συμπεράσματα αρχίζουν να σχηματίζονται, αλλά τίποτα ακόμη δεν μετρά πραγματικά στη βαθμολογία. Είναι η εποχή των φιλικών, των δοκιμών και της πρώτης γνωριμίας του κόσμου με όσα δημιουργήθηκαν μέσα στο καλοκαίρι.
Στη Θεσσαλονίκη αυτή η περίοδος έχει εδώ και περισσότερες από τρεις δεκαετίες το δικό της σταθερό ραντεβού.
Τα «Μαυροσκούφεια» επιστρέφουν από τις 20 έως τις 22 Σεπτεμβρίου για την 33η διοργάνωσή τους, με το Ιβανώφειο να φιλοξενεί μεταξύ άλλων τον Άρη, τον Ηρακλή, τη Μύκονο, την Μπαχτσέσεχιρ, την Μπάλκαν Μπότεβγκραντ, την TFT Σκοπείων και τους Μαχητές Πειραματικό. Το τουρνουά ξεκίνησε το 1992 από τον Σύνδεσμο Διαιτητών Καλαθοσφαίρισης Θεσσαλονίκης και χαρακτηρίζεται από τον ίδιο τον διοργανωτή ως το ιστορικότερο τουρνουά συλλόγων στην Ελλάδα.
Όμως η πραγματική αξία των «Μαυροσκούφειων» δεν βρίσκεται μόνο στις ομάδες που εμφανίζονται κάθε χρόνο στο πρόγραμμά τους. Βρίσκεται κυρίως στο γεγονός ότι ένας θεσμός που δημιουργήθηκε σε μια εντελώς διαφορετική εποχή του ελληνικού μπάσκετ εξακολουθεί να έχει θέση στο σημερινό του ημερολόγιο.
Ένα όνομα που κρύβει σχεδόν έναν αιώνα μπάσκετ
Για τις νεότερες γενιές, το «Μαυροσκούφεια» μπορεί εύκολα να ακούγεται απλώς σαν το όνομα ενός ακόμη τουρνουά προετοιμασίας. Στην πραγματικότητα, όμως, ο άνθρωπος από τον οποίο πήρε το όνομά του βρίσκεται πολύ κοντά στις ίδιες τις ρίζες του οργανωμένου ελληνικού μπάσκετ.
Ο Συμεών Μαυροσκούφης γεννήθηκε το 1909 στην Καππαδοκία και εγκαταστάθηκε νεαρός στη Θεσσαλονίκη. Υπήρξε αθλητής, προπονητής, καθηγητής φυσικής αγωγής και διαιτητής, ενώ συνδέθηκε για πολλά χρόνια με τη ΧΑΝΘ, σε μια εποχή κατά την οποία το μπάσκετ έκανε ακόμη τα πρώτα του βήματα στην πόλη.
Η διαδρομή του, όμως, ξεπερνά κατά πολύ τα όρια της Θεσσαλονίκης. Μαζί με τον Γιάννη Αμπατζόγλου εκπροσώπησε την Ελλάδα στη Γενεύη το 1932 και υπέγραψε την ιδρυτική πράξη της FIBA. Αργότερα έγινε ο πρώτος Έλληνας διεθνής διαιτητής, υπήρξε ιδρυτής του Συνδέσμου Διαιτητών Καλαθοσφαίρισης Θεσσαλονίκης και συνέβαλε καθοριστικά στην οργάνωση της ελληνικής διαιτησίας. Το 2000, εννέα χρόνια μετά τον θάνατό του, εντάχθηκε στο Naismith Memorial Basketball Hall of Fame.
Κάπως έτσι, ένα τουρνουά προετοιμασίας γίνεται στην πραγματικότητα ένα μικρό μάθημα ιστορίας. Το όνομα που βρίσκεται στην αφίσα του δεν ανήκει απλώς σε έναν άνθρωπο του ελληνικού μπάσκετ, αλλά σε κάποιον που βρέθηκε παρών όταν οργανωνόταν θεσμικά το ίδιο το παγκόσμιο παιχνίδι.
Όταν τα φιλικά ήταν πραγματικό γεγονός
Τα «Μαυροσκούφεια» γεννήθηκαν το 1992, σε μια περίοδο που το ελληνικό μπάσκετ ζούσε την έκρηξη δημοφιλίας που είχε ακολουθήσει το 1987. Η Θεσσαλονίκη βρισκόταν τότε στο κέντρο αυτής της κουλτούρας, με Άρη, ΠΑΟΚ και Ηρακλή να αποτελούν βασικά κομμάτια μιας πόλης που αντιμετώπιζε το άθλημα ως πολύ περισσότερο από μία ακόμη επιλογή ψυχαγωγίας.
Τα φιλικά του Σεπτεμβρίου είχαν επίσης διαφορετική σημασία από τη σημερινή. Δεν υπήρχε καθημερινή εικόνα από την προπόνηση στο κινητό, ούτε highlights λίγα λεπτά μετά το τέλος ενός κλειστού φιλικού. Ένα τουρνουά ήταν συχνά η πρώτη πραγματική ευκαιρία του φιλάθλου να δει από κοντά τον καινούργιο Αμερικανό, τη νέα μεταγραφή ή το πώς έμοιαζε η ομάδα που είχε δημιουργηθεί μέσα στο καλοκαίρι.
Μέσα στα χρόνια, τα «Μαυροσκούφεια» έγιναν μέρος αυτής της συνήθειας. Ήδη από τη δεκαετία του ’90 συναντά κανείς στο πρόγραμμά τους ελληνικές και ξένες ομάδες, ενώ ένα δημοσίευμα του 1997 περιέγραφε ένα Ιβανώφειο που ετοιμαζόταν να φιλοξενήσει Ηρακλή, Περιστέρι και ισραηλινές ομάδες σε ένα τουρνουά που είχε φτάσει κοντά ακόμη και στη ματαίωση λόγω οικονομικών δυσκολιών. Τελικά πραγματοποιήθηκε, με ελεύθερη είσοδο.
Αυτή η μικρή λεπτομέρεια ίσως εξηγεί καλύτερα από οτιδήποτε άλλο γιατί ένας θεσμός επιβιώνει για περισσότερα από 30 χρόνια. Δεν υπήρξε επειδή ήταν πάντοτε εύκολο ή ιδιαίτερα εμπορικό να διοργανωθεί. Υπήρξε επειδή υπήρχαν άνθρωποι που θεωρούσαν σημαντικό να συνεχίσει να υπάρχει.
Η Θεσσαλονίκη και η μνήμη της
Η σχέση της Θεσσαλονίκης με το μπάσκετ δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Η ΧΑΝΘ, ο Άρης του Γκάλη και του Γιαννάκη, ο ΠΑΟΚ, ο Ηρακλής, τα γεμάτα Αλεξάνδρειο και Ιβανώφειο έχουν δημιουργήσει μια ιστορία που δύσκολα συναντάται αλλού στην Ελλάδα.
Το ενδιαφέρον με θεσμούς όπως τα «Μαυροσκούφεια» είναι ότι κρατούν ζωντανή όχι μόνο τη μεγάλη, αλλά και τη μικρότερη ιστορία αυτής της σχέσης. Όχι αποκλειστικά τους τίτλους και τους τελικούς, αλλά τις συνήθειες μιας μπασκετικής πόλης: τα φιλικά πριν από την έναρξη του πρωταθλήματος, τους διαιτητές και τους ανθρώπους του παρασκηνίου, τις ομάδες από το εξωτερικό που έφταναν για λίγες ημέρες και τον κόσμο που πήγαινε στο γήπεδο για να πάρει την πρώτη εικόνα της νέας σεζόν.
Αυτός είναι και ο λόγος που το φετινό πρόγραμμα έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον από το αν ο Άρης θα νικήσει τη Μύκονο ή την Μπαχτσέσεχιρ. Οι δύο ομάδες θα βγάλουν ασφαλώς συμπεράσματα από τα παιχνίδια τους, όπως και ο Ηρακλής απέναντι σε Μπάλκαν και Μύκονο. Σε μερικούς μήνες, όμως, δύσκολα θα θυμάται κανείς τα αποτελέσματα των φιλικών του Σεπτεμβρίου.
Ένας θεσμός από άλλη εποχή που εξακολουθεί να έχει λόγο ύπαρξης
Ο σύγχρονος επαγγελματικός αθλητισμός κινείται όλο και περισσότερο προς τα μεγάλα events, τα εμπορικά brands και τις διοργανώσεις που σχεδιάζονται ώστε να ταξιδεύουν σε διαφορετικές αγορές. Υπάρχει, όμως, και μια διαφορετική πλευρά της αθλητικής κουλτούρας: αυτή που στηρίζεται στη συνέχεια.
Ένα τουρνουά που γίνεται κάθε Σεπτέμβριο από το 1992 δεν χρειάζεται να ανακαλύψει κάποιο νέο marketing concept για να δικαιολογήσει την ύπαρξή του. Η ίδια η διάρκεια είναι μέρος της ταυτότητάς του.
Στο Ιβανώφειο θα παίξουν ξανά σύγχρονοι επαγγελματίες, με διαφορετικά συμβόλαια, διαφορετικό τρόπο προετοιμασίας και ένα άθλημα που δεν θυμίζει σχεδόν σε τίποτα εκείνο που γνώρισε ο Συμεών Μαυροσκούφης πριν από έναν αιώνα.
Παρ’ όλα αυτά, το όνομά του θα βρίσκεται ακόμη πάνω από το τουρνουά και κάθε Σεπτέμβριο, για λίγες ημέρες, η Θεσσαλονίκη δεν προετοιμάζεται απλώς για την επόμενη μπασκετική σεζόν. Θυμάται και από πού ξεκίνησε.