Τα νούμερα, λένε, είναι ο καλύτερος τρόπος για να πει κανείς ψέματα τεχνηέντως.
Μπορεί και να ισχύει, όμως σίγουρα όχι στην συγκεκριμένη περίπτωση: 351 συμμετοχές με το εθνόσημο. 5309 πόντοι. Αρχηγός στον ανεπανάληπτο άθλο της εθνική μας το 1987, κάπτεν και στο ασημένιο δύο χρόνια αργότερα που εδραίωσε τη γαλανόλευκη ως «Επίσημη Αγαπημένη» στις καρδιές του κόσμου.
Όταν τα χρόνια πέρασαν και, ως είθισται στην μπασκετική ζωή, το σορτσάκι και η φανέλα αντικαταστάθηκαν από το κοστούμι, τα πράγματα, μ’ έναν σχεδόν υπερφυσικό τρόπο, πήγαν ακόμα καλύτερα: κορυφή της Ευρώπης ξανά το 2005 και 2η θέση στον κόσμο το 2006, με τον ίδιο στην καρέκλα του εμβληματικού προπονητή.

Το να ισχυριστεί κανείς πως ο Παναγιώτης Γιαννάκης είναι το σπουδαιότερο (συνολικά) πρόσωπο στα χρονικά της μπασκετικής Ελλάδος δεν αποτελεί υπερβολή του βέλτιστου είδους, αλλά απτή πραγματικότητα.
Γι’ αυτό, κάθε του τοποθέτηση για τα εγχώρια τεκταινόμενα χρήζει ιδιαίτερης προσοχής.
Και τα όσα είπε εσχάτως για την… πολύπαθη ΕΟΚ δεν κρούουν απλά τον κώδωνα του κινδύνου, αλλά βαράνε όλα τα καμπανάκια της πορτοκαλί οικουμένης.
Ο Γιαννάκης, όντας καλεσμένος στους “Euro Insiders”, ρωτήθηκε για το αν είναι ικανοποιημένος με τα όσα βλέπει στο ελληνικό μπάσκετ. Η απάντησή του μάλλον δεν άρεσε ιδιαιτέρως στην Ομοσπονδία- μια Ομοσπονδία που, ειρήσθω εν παρόδω, το τελευταίο διάστημα υποπίπτει στο ένα λάθος μετά το άλλο, κάνοντας τον αγνό φίλαθλο ολοένα και πιο καχύποπτο για τις προθέσεις της.
«Δεν είμαι καθόλου ικανοποιημένος με ό,τι γίνεται στο μπάσκετ της χώρας μου. Θέλω να βλέπω περισσότερους Έλληνες. Αγαπώ τους Έλληνες παίκτες και θέλω να τους δίνεται η ευκαιρία να συμμετέχουν, ώστε να έχουμε περισσότερα παιδιά, περισσότερους παίκτες που θα αγωνίζονται σε όλο τον κόσμο», ήταν το σχόλιό του σ’ ερώτηση που του ετέθη επί του ζητήματος.
Η τοποθέτηση του Γιαννάκη θα μπορούσε να εκληφθεί ακόμη και ως μομφή γι’ αυτούς που χαράσσουν την στρατηγική του γαλανόλευκου μπασκετικού οικοδομήματος, όμως είναι απλά… η αλήθεια.
Μια ματιά στον χρόνο συμμετοχής των Ελλήνων παικτών στην GBL, στην Elite League, μα και σε Euroleague/Eurocup, είναι κάτι παραπάνω από αποκαρδιωτική.
Την στιγμή, βέβαια, που ο μέσος όρος των γηγενών αθλητών μειώνεται- κάτι που, μοιρολατρικά, θα έχει αρνητικό αντίκτυπο και στην εθνική μας ομάδα στο εγγύς μέλλον- άλλοι ελληνοποιούνται χωρίς να πληρούν τα στοιχειώδη κριτήρια.
«Ψιλά γράμματα», θα πει κανείς. «Ποιος ασχολείται;».
Ουδείς, ενδεχομένως. Θα έπρεπε, όμως, να ασχολούνται οι πάντες.
Γιατί όταν μιλάει ο Δράκος, τον ακούς.
Ιδίως όταν πετάει φωτιές…