Μετά το buzzer-beater απέναντι στον Ολυμπιακό, η Βίρτους πέρασε και από το Μόναχο, νικώντας με 94-87 την Μπάγερν. Η ομάδα του Άλεξ Μουμπρού επενδύει στον ρυθμό, στα πολλά τρίποντα και το physicality, αναζητώντας έναν τρόπο να καλύψει τη διαφορά ατομικού ταλέντου από τους ισχυρούς της EuroLeague.
Ένα τρίποντο στην εκπνοή μπορεί να κρίνει ένα παιχνίδι, δεν αρκεί όμως για να εξηγήσει όσα προηγήθηκαν. Όταν ο Μάρκους Καρ χάρισε στη Βίρτους τη νίκη με 96-94 απέναντι στον Ολυμπιακό, θα μπορούσε κανείς να αποδώσει το αποτέλεσμα σε μια εξαιρετική ατομική στιγμή. Μία εβδομάδα αργότερα, το διπλό στο Μόναχο έδωσε διαφορετική διάσταση στην ιστορία.
Η Βίρτους επικράτησε 94-87 της Μπάγερν, ξεκίνησε με 35 πόντους στην πρώτη περίοδο κι άντεξε στην προσπάθεια επιστροφής των γηπεδούχων. Δεν χρειάστηκε αυτήν τη φορά να περιμένει την τελευταία κατοχή, καθώς είχε προηγηθεί με διψήφια διαφορά, είχε βρει επιθετικό ρυθμό και κατάφερε να διατηρήσει τον έλεγχο όταν το παιχνίδι έγινε πιο απαιτητικό.
Δύο νίκες απέναντι σε διαφορετικούς αντιπάλους δεν αρκούν για να αλλάξουν τις προσδοκίες γύρω από τη σεζόν της, ωστόσο αρκούν για να αξίζει να εξετάσουμε τι προσπαθεί να κάνει στο παρκέ η ομάδα της Μπολόνια.
Περισσότερα τρίποντα, διαφορετική λογική
Τα στατιστικά μετά την τέταρτη αγωνιστική αποτυπώνουν ξεκάθαρα την επιθετική της κατεύθυνση. Η Βίρτους επιχειρεί 30,3 τρίποντα ανά παιχνίδι, με το 44,3% των προσπαθειών της εντός παιδιάς να προέρχεται από την περιφέρεια. Το ποσοστό ευστοχίας της, ωστόσο, βρίσκεται μόλις στο 28,1%, την ώρα που ο εκτιμώμενος ρυθμός της είναι 75,3 κατοχές ανά αγώνα.
Η αντίθεση έχει ενδιαφέρον. Η Βίρτους επιλέγει συστηματικά το τρίποντο, χωρίς μέχρι στιγμής να το αξιοποιεί με ιδιαίτερη αποτελεσματικότητα. Δεν πρόκειται, επομένως, για μια ομάδα που κερδίζει επειδή έχει βρει μια εξωπραγματική ευστοχία από μακριά. Πρόκειται για ένα σύνολο που θέλει να δημιουργεί πολλές ευκαιρίες, να εκτελεί γρήγορα και να αναγκάζει την αντίπαλη άμυνα να αντιδρά υπό πίεση.
Το παιχνίδι με τον Ολυμπιακό είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η Βίρτους ξεκίνησε με 10/11 δίποντα και εννέα ασίστ στην πρώτη περίοδο, φτάνοντας τους 33 πόντους, ενώ ολοκλήρωσε τον αγώνα με 11/40 τρίποντα. Παρά το χαμηλό ποσοστό από την περιφέρεια, βρήκε 96 πόντους και πήρε τη νίκη. Στο Μόναχο, αντίθετα, η περιφερειακή εκτέλεση λειτούργησε από νωρίς: η Βίρτους πέτυχε έξι τρίποντα σε εννέα προσπάθειες στην πρώτη περίοδο. Οι 35 πόντοι της στο δεκάλεπτο έθεσαν τις βάσεις για το «διπλό», σε ένα παιχνίδι στο οποίο η Μπάγερν αναγκάστηκε να κυνηγά το σκορ από νωρίς.
Η διαφορά ανάμεσα στις δύο βραδιές είναι ουσιαστική. Όταν τα σουτ μπήκαν, η Βίρτους άνοιξε γρήγορα τη διαφορά, ενώ όταν δεν μπήκαν, απέναντι στον Ολυμπιακό, βρήκε άλλους τρόπους να παραμείνει ανταγωνιστική. Αυτή είναι η βάση μιας επιθετικής φιλοσοφίας που δεν μπορεί να αξιολογηθεί μόνο από το ποσοστό ευστοχίας.
Όταν η ένταση γίνεται πλεονέκτημα
Η Βίρτους δεν διαθέτει την πληθώρα ατομικών λύσεων των ομάδων που στοχεύουν στην κορυφή της EuroLeague. Δεν έχει σε κάθε θέση παίκτες ικανούς να δημιουργήσουν το δικό τους σουτ ή να λύσουν μια δύσκολη κατοχή με προσωπική ενέργεια. Η επιλογή του υψηλού ρυθμού και της επιθετικής πρωτοβουλίας αποτελεί, συνεπώς, κι έναν τρόπο να περιορίσει αυτή τη διαφορά.
Η λογική είναι απλή: όσο περισσότερες καταστάσεις δημιουργούνται μέσα σε ένα παιχνίδι, τόσο περισσότερες ευκαιρίες έχει μια ομάδα να αξιοποιήσει την ενέργεια, την κίνηση και τη συνεργασία της. Η σωματική δύναμη κι η πίεση στην μπάλα μπορούν να δυσκολέψουν αντιπάλους με μεγαλύτερη ατομική ποιότητα, ενώ οι γρήγορες επιθέσεις περιορίζουν τον χρόνο που έχουν στη διάθεσή τους για να οργανώσουν την άμυνά τους.
Το συγκεκριμένο μοντέλο, βέβαια, δεν είναι χωρίς κινδύνους. Τα 30,3 τρίποντα ανά αγώνα δεν αποτελούν από μόνα τους πλεονέκτημα όταν η αποτελεσματικότητα παραμένει χαμηλή. Αν οι αντίπαλοι περιορίσουν το ανοιχτό γήπεδο και αναγκάσουν τη Βίρτους να επιτεθεί απέναντι σε οργανωμένη άμυνα, θα φανεί αν διαθέτει την απαιτούμενη υπομονή και τις εναλλακτικές λύσεις.
Αυτό είναι το επόμενο βήμα για την ομάδα του Μουμπρού: να διατηρήσει την επιθετικότητά της χωρίς να εξαρτάται από το αν θα βρει ρυθμό από την περιφέρεια. Η ταυτότητα έχει αξία όταν μπορεί να προσαρμόζεται στις απαιτήσεις του αγώνα, όχι όταν μετατρέπεται σε έναν άκαμπτο κανόνα.
Το μπάσκετ του μέλλοντος δεν είναι μόνο το τρίποντο
Η σύγχρονη εξέλιξη του παιχνιδιού δεν περιορίζεται στην αύξηση των σουτ από τα 6,75 μέτρα. Βρίσκεται κυρίως στην ικανότητα μιας ομάδας να αναγνωρίζει γρήγορα τα πλεονεκτήματα, να αξιοποιεί τον διαθέσιμο χώρο και να παίρνει αποφάσεις πριν η αντίπαλη άμυνα προλάβει να προσαρμοστεί.
Η Βίρτους δεν έχει τελειοποιήσει αυτή τη συνταγή και δεν υπάρχουν ακόμη αρκετά δεδομένα για να γνωρίζουμε αν μπορεί να τη διατηρήσει σε βάθος χρόνου. Οι δύο διαδοχικές νίκες, ωστόσο, προσφέρουν διαφορετικά στοιχεία προς αξιολόγηση: απέναντι στον Ολυμπιακό χρειάστηκε να βρει λύσεις παρά την αστοχία της από την περιφέρεια, ενώ στο Μόναχο αξιοποίησε το εξαιρετικό ξεκίνημά της για να διαχειριστεί το υπόλοιπο παιχνίδι.
Το ατομικό ταλέντο εξακολουθεί να καθορίζει το ταβάνι μιας ομάδας. Η αγωνιστική ταυτότητα, όμως, μπορεί να καθορίσει πόσο κοντά θα φτάσει σε αυτό. Η Βίρτους επιχειρεί να μεγιστοποιήσει τα δικά της χαρακτηριστικά, αντί να προσπαθήσει να ανταγωνιστεί τους ισχυρούς με τους ίδιους όρους. Δεν γνωρίζουμε ακόμη πόσο ψηλά μπορεί να φτάσει. Γνωρίζουμε, όμως, ότι η νίκη επί του Ολυμπιακού δεν έμεινε μόνη της, καθώς το «διπλό» στο Μόναχο έδωσε συνέχεια στην προσπάθεια μιας ομάδας που αναζητά τη δική της θέση στο σύγχρονο ευρωπαϊκό μπάσκετ.