Ο Παναθηναϊκός AKTOR γνώρισε την πρώτη του ήττα στη φετινή EuroLeague από τη Χάποελ Τελ Αβίβ με 91-81, σε ένα παιχνίδι που δεν αρκεί για να αλλάξει συνολικά την εικόνα της ομάδας, αλλά αρκεί για να αναδείξει με μεγαλύτερη καθαρότητα ορισμένες αδυναμίες. Οι «πράσινοι» είχαν χτίσει ένα εντυπωσιακό αμυντικό προφίλ στα πρώτα πέντε παιχνίδια της σεζόν, όμως το ματς με τη Χάποελ έδειξε ότι όταν χαλάσει η ισορροπία στα ριμπάουντ και ο αντίπαλος βρει ρυθμό στην εκτέλεση, τότε η εικόνα μπορεί να αλλάξει απότομα.
Το πρώτο ζητούμενο μετά από μία ήττα δεν είναι η υπερβολή. Ούτε η απόλυτη δικαίωση όσων προηγήθηκαν, ούτε η βιαστική αμφισβήτηση μιας ομάδας που μέχρι εκείνο το βράδυ είχε ξεκινήσει με 5-0 στην EuroLeague. Στην περίπτωση του Παναθηναϊκού, το 91-81 από τη Χάποελ δεν πρέπει να διαβαστεί ως απόδειξη ότι το προηγούμενο δείγμα ήταν ψεύτικο. Πρέπει, όμως, να διαβαστεί ως ένα πολύ χρήσιμο καμπανάκι.
Γιατί η ομάδα του Ζέλικο Ομπράντοβιτς δεν έχασε μόνο επειδή δεν μπήκαν τα τρίποντα. Έχασε επειδή η Χάποελ κατάφερε να τη βγάλει από το αμυντικό της πλαίσιο, να εκτελέσει με πολύ υψηλή αποτελεσματικότητα και να κερδίσει κρίσιμες μάχες δεύτερης κατοχής.
Η άμυνα που ήταν πρώτη σε όλα, βρήκε το πιο δύσκολο τεστ της
Μέχρι το παιχνίδι με τη Χάποελ, ο Παναθηναϊκός είχε χτίσει μία από τις πιο πειστικές αμυντικές εκκινήσεις στη διοργάνωση. Στα πρώτα πέντε παιχνίδια, οι «πράσινοι» είχαν defensive rating 94,4, το καλύτερο της EuroLeague, ενώ δέχονταν μόλις 69,4 πόντους ανά αγώνα, επίσης κορυφαία επίδοση.
Την ίδια στιγμή, ήταν πρώτοι στο ποσοστό ευστοχίας των αντιπάλων στο τρίποντο με 26,4%, πρώτοι στο opponent true shooting με 48,7%, πρώτοι στις βολές που παραχωρούσαν (15 ανά παιχνίδι) και πρώτοι στα φάουλ που κέρδιζαν αμυντικά, στοιχείο που δείχνει πειθαρχία, επαφή και έλεγχο του ρυθμού.
Με απλά λόγια, πριν από τη Χάποελ, ο Παναθηναϊκός δεν αμυνόταν απλώς καλά. Αμυνόταν σε επίπεδο κορυφής της διοργάνωσης.
Αυτό ακριβώς κάνει την ήττα ακόμη πιο ενδιαφέρουσα αναλυτικά. Όχι επειδή «γκρεμίζει» όσα είχαν προηγηθεί, αλλά επειδή δείχνει πού ακριβώς πονάει μία τόσο επιθετική και πιεστική άμυνα όταν ο αντίπαλος αντέξει το πρώτο κύμα.
Τα 91 πόντοι της Χάποελ και το 60,5% eFG
Η Χάποελ έκλεισε το παιχνίδι με 91 πόντους, 57,1% στα δίποντα, 45% στα τρίποντα και 60,5% effective field goal percentage, αριθμοί πολύ πάνω από αυτά που συνήθιζε να επιτρέπει ο Παναθηναϊκός στις πρώτες πέντε αγωνιστικές.
Αυτό που ξεχώρισε δεν ήταν μόνο η καλή βραδιά συγκεκριμένων παικτών, αλλά ο τρόπος με τον οποίο η ισραηλινή ομάδα έφτασε στην παραγωγή της. Η Χάποελ μοίρασε 22 ασίστ, είχε σωστή υπομονή στην κυκλοφορία και βρήκε λύσεις τόσο από την περιφέρεια όσο και κοντά στο καλάθι.
Ο Βασίλιε Μίτσιτς οργάνωσε με οκτώ ασίστ, ο Ζακ ΛεΝτέι τελείωσε με 17 πόντους, ενώ ο Ντάνιελ Οτούρου και ο Ελάιτζα Μπράιαντ έδωσαν επίσης σημαντικές λύσεις. Η Χάποελ δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά σε έναν πρωταγωνιστή. Βρήκε σκορ από πολλές πηγές και αυτό είναι πάντα ανησυχητικό για μία ομάδα που θέλει να ελέγχει αμυντικά το παιχνίδι της.
Το βασικό πρόβλημα: τα ριμπάουντ και οι δεύτερες κατοχές
Αν υπάρχει ένας αριθμός που ξεχωρίζει περισσότερο από κάθε άλλον, αυτός είναι το 34-27 στα συνολικά ριμπάουντ υπέρ της Χάποελ, αλλά κυρίως το 9-7 στα επιθετικά ριμπάουντ και το 31% offensive rebounding percentage της ομάδας του Ιτούδη.
Ο Παναθηναϊκός είχε μέχρι εκείνο το ματς defensive rebound percentage 67,3%, επίδοση καλή αλλά όχι ελίτ για ομάδα που θέλει να κλείνει με ασφάλεια κάθε άμυνα. Απέναντι στη Χάποελ, αυτό το στοιχείο τον πλήγωσε περισσότερο.
Οι επτά κατοχές που κέρδισε η Χάποελ στο επιθετικό ριμπάουντ μπορεί να μη μοιάζουν υπερβολικές σε απόλυτο αριθμό, όμως σε αγώνα υψηλού επιπέδου λειτουργούν αθροιστικά. Δεν προσφέρουν μόνο δεύτερες ευκαιρίες για σκορ. Κόβουν τον ρυθμό του αντιπάλου, φθείρουν την ψυχολογία της άμυνας και μετατρέπουν μία καλή αρχική άμυνα σε χαμένο αποτέλεσμα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Παναθηναϊκός, σύμφωνα με τα επιμέρους του αγώνα, έκλεισε το παιχνίδι με 27 ριμπάουντ, τη χαμηλότερη φετινή του επίδοση, κάτι που από μόνο του εξηγεί πολλά για τη συνολική εικόνα.
Δεν ήταν μόνο τα τρίποντα
Είναι εύκολο μετά από ένα παιχνίδι να σταθούμε στο 5/21 τρίποντα του Παναθηναϊκού, δηλαδή στο 23,8% και πράγματι, η περιφερειακή αστοχία έπαιξε ρόλο. Όταν μία ομάδα μετρά τόσο χαμηλό ποσοστό από την περιφέρεια, περιορίζει από μόνη της το επιθετικό της ταβάνι.
Όμως αν μείνουμε μόνο εκεί, κινδυνεύουμε να χάσουμε την ουσία. Ο Παναθηναϊκός είχε καλύτερο free throw rate (45,0%) από τη Χάποελ (30,6%), κέρδισε περισσότερες βολές και υπήρξε ελαφρώς καλύτερος στο κομμάτι των λαθών, με 11 λάθη έναντι 12 του αντιπάλου. Δηλαδή δεν έχασε το παιχνίδι επειδή κατέρρευσε σε όλους τους τομείς.
Το έχασε κυρίως επειδή η Χάποελ ήταν ξεκάθαρα πιο αποδοτική στην εκτέλεση και πιο αποτελεσματική στις μάχες κατοχής. Τα «four factors» του αγώνα είναι αποκαλυπτικά: η Χάποελ κέρδισε καθαρά σε shooting efficiency και offensive rebounding, ενώ ο Παναθηναϊκός υπερίσχυσε οριακά σε turnovers και free throw rate. Σε τέτοια παιχνίδια, τα δύο πρώτα συνήθως ζυγίζουν περισσότερο.

Οι ατομικές επιδόσεις και το ζήτημα της ισορροπίας
Ο Σιλβέν Φρανσίσκο ήταν ο πρώτος σκόρερ του Παναθηναϊκού με 22 πόντους, επίδοση που αποτέλεσε season high για τον ίδιο, ενώ πρόσθεσε και τέσσερα ριμπάουντ. Ο Μπράνκου Μπάντιο είχε επίσης τη δική του καλύτερη φετινή παραγωγή με 12 πόντους.
Ωστόσο, η συνολική εικόνα έδειξε ότι οι «πράσινοι» δεν βρήκαν σταθερή ισορροπία σε διάρκεια. Ο Ματίας Λεσόρ φορτώθηκε με πέντε φάουλ, στοιχείο που επηρέασε τη δυνατότητα του Παναθηναϊκού να διατηρήσει ένταση και σκληράδα στο κέντρο της ρακέτας, ενώ παίκτες όπως ο Γκέρσον Γιαμπουσέλε και ο Νάιτζελ Χέις-Ντέιβις είχαν αρνητικό plus/minus και περιορισμένη συνολική επιρροή στην εξέλιξη του αγώνα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Παναθηναϊκός έχει πρόβλημα βάθους ή ότι εξαρτάται από έναν παίκτη. Σημαίνει, όμως, ότι σε ένα βράδυ όπου η άμυνα δεν του δίνει τις γνωστές σταθερές, χρειάζεται περισσότερους παίκτες σε επιθετικό και αμυντικό συγχρονισμό.
Άρα τι αποκάλυψε πραγματικά η ήττα;
Η ήττα από τη Χάποελ δεν απέδειξε ότι ο Παναθηναϊκός ήταν «φούσκα». Δεν ακύρωσε την αμυντική συνέπεια που είχε δείξει μέχρι τότε. Αποκάλυψε, όμως, τρία πολύ συγκεκριμένα πράγματα.
Το πρώτο είναι ότι η πολύ καλή του άμυνα δεν αρκεί αν δεν κλείσει τη φάση με ριμπάουντ, το δεύτερο είναι ότι όταν ο αντίπαλος ξεπεράσει την πρώτη πίεση και βρει σωστή κυκλοφορία, η άμυνα του Παναθηναϊκού μπορεί να γίνει πιο ευάλωτη από όσο έδειχνε το αρχικό 5-0 και το τρίτο είναι ότι η επιθετική αποτελεσματικότητα από την περιφέρεια παραμένει καθοριστική για να διατηρείται συνολικά η ισορροπία της ομάδας.
Με άλλα λόγια, η πρώτη ήττα δεν ανέτρεψε το status του Παναθηναϊκού ως μίας από τις πιο σοβαρές ομάδες της διοργάνωσης. Του υπενθύμισε, όμως, ότι το περιθώριο λάθους μικραίνει απότομα όταν οι βασικές αμυντικές αρχές δεν συνοδεύονται από έλεγχο του ριμπάουντ και επαρκή επιθετική αποτελεσματικότητα.
Προειδοποίηση, όχι καταδίκη
Σε αυτό το σημείο της σεζόν, η σωστή λέξη δεν είναι «κρίση». Είναι «προειδοποίηση». Ο Παναθηναϊκός είχε χτίσει ένα προφίλ ομάδας που κερδίζει μέσα από την άμυνα, την πίεση, την ένταση και τον έλεγχο του τέμπο. Η Χάποελ έδειξε ότι υπάρχει τρόπος να χτυπηθεί αυτό το μοντέλο, αρκεί ο αντίπαλος να επιτεθεί με υπομονή, να κερδίσει τις δεύτερες κατοχές και να εκτελέσει με αποτελεσματικότητα.
Αυτό ακριβώς είναι και το μεγαλύτερο κέρδος για τον Ζοτς από μία ήττα που ήρθε νωρίς. Γιατί του προσφέρει ένα εξαιρετικά χρήσιμο υλικό ανάλυσης πριν από τη συνέχεια της EuroLeague και τελικά αυτή να είναι και η πιο τίμια ανάγνωση του 91-81. Όχι ένα αποτέλεσμα που αλλάζει μονομιάς τη σεζόν, αλλά ένα αποτέλεσμα που υποχρεώνει τον Παναθηναϊκό να κοιτάξει με μεγαλύτερη προσοχή το επόμενο βήμα του.