Η Ελλάδα βρίσκεται ξανά μπροστά σε μια γνώριμη πίεση. Ένα κακό αποτέλεσμα, ένας όμιλος που σφίγγει, μια πρόκριση που ξαφνικά δεν μοιάζει δεδομένη. Η Εθνική είναι στα πρόθυρα να βρεθεί εκτός Παγκοσμίου Κυπέλλου και η συζήτηση, φυσιολογικά, περιστρέφεται γύρω από το άμεσο: τι χρειάζεται για να σωθεί η κατάσταση, ποια παιχνίδια πρέπει να κερδίσει, ποιοι μπορούν να αλλάξουν την εικόνα.
Μόνο που αυτή τη φορά υπάρχει και κάτι βαθύτερο.
Η δύσκολη θέση στην οποία βρίσκεται η Ελλάδα δεν είναι απλώς ένα αγωνιστικό πρόβλημα του Αυγούστου του 2026. Είναι και μια μικρή προειδοποίηση για το τι έρχεται. Γιατί κάποια στιγμή, όχι πολύ μακριά από σήμερα, η Εθνική θα πρέπει να μάθει να ζει χωρίς τη γενιά που την κουβάλησε για χρόνια και κυρίως χωρίς τον Γιάννη Αντετοκούνμπο.
Το 2029 μοιάζει με σύνορο
Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα πότε θα έρθει το τελευταίο καλοκαίρι του Γιάννη με το εθνόσημο. Το 2029, όμως, μοιάζει ήδη σαν μια φυσική γραμμή τέλους. Θα είναι 34 ετών. Η Ελλάδα θα φιλοξενεί το EuroBasket και το ελληνικό κοινό θα έχει μπροστά του πιθανότατα μία από τις τελευταίες μεγάλες ευκαιρίες να δει έναν εκ των κορυφαίων όλων των εποχών να κυνηγά κάτι μεγάλο με την Εθνική.
Η εικόνα είναι σχεδόν κινηματογραφική. Γιάννης, Αθήνα, γεμάτο γήπεδο, τελευταίος μεγάλος κύκλος. Μόνο που κάθε τέλος γεννά ένα πολύ πιο δύσκολο ερώτημα. Τι υπάρχει μετά;
Δεν τελειώνει μόνο η εποχή του Γιάννη
Αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό σημείο, αφού η Ελλάδα δεν προετοιμάζεται απλώς για τη στιγμή που θα φύγει ένας superstar. Προετοιμάζεται για την αποχώρηση μιας ολόκληρης γενιάς.
Ο Κώστας Σλούκας και ο Κώστας Παπανικολάου βρίσκονται ήδη στο τελευταίο κομμάτι της διεθνούς τους διαδρομής. Ο Νικ Καλάθης έχει επιστρέψει, αλλά ο χρόνος προφανώς λειτουργεί προς μία κατεύθυνση. Ο Γιάννούλης Λαρεντζάκης θα είναι 36 ετών το 2029. Ακόμη και παίκτες που σήμερα βρίσκονται στην καρδιά του rotation θα έχουν τότε περάσει σε άλλη φάση της καριέρας τους.
Δεν πρόκειται, λοιπόν, για μια αλλαγή προσώπου, αλλά για αλλαγή εποχής.
Για χρόνια η Ελλάδα είχε συγκεκριμένες σταθερές, χειριστές που ήξεραν πώς να ελέγχουν μεγάλα παιχνίδια, wings με εμπειρία, παίκτες με αμυντικό ένστικτο και, πάνω από όλα, έναν αθλητή που μπορούσε με την παρουσία του να αλλάξει μόνος του τη γεωμετρία κάθε άμυνας.
Όταν όλα αυτά αρχίσουν να εξαφανίζονται μαζί, δεν αντικαθίστανται με έναν παίκτη. Αντικαθίστανται μόνο με μια νέα ταυτότητα.
Η σημερινή κρίση δείχνει γιατί η μετάβαση πρέπει να αρχίσει νωρίς
Η πιθανότητα αποκλεισμού από το Παγκόσμιο Κύπελλο κάνει αυτή τη συζήτηση πιο επίκαιρη από ποτέ, γιατί στα παράθυρα φαίνεται κάτι που συχνά κρύβεται στις μεγάλες διοργανώσεις. Η Ελλάδα δεν μπορεί πάντα να βασίζεται στους καλύτερους διαθέσιμους παίκτες της και αυτό είναι το πραγματικό τεστ βάθους.
Ποιος μπορεί να αναλάβει όταν λείπουν οι καθιερωμένοι;
Ποιος μπορεί να δημιουργήσει όταν δεν υπάρχει ο Σλούκας;
Ποιος μπορεί να σκοράρει όταν δεν υπάρχει ο Γιάννης;
Ποιος μπορεί να κρατήσει την ομάδα όρθια όταν οι κατοχές βαραίνουν;
Σε αυτά τα παιχνίδια, λοιπόν, δεν εξετάζεται μόνο αν η Ελλάδα θα προκριθεί. Εξετάζεται και πόσο έτοιμη είναι για όσα έρχονται.
Ο Αβδάλας και η ανάγκη για έναν διαφορετικό δημιουργό
Ο Νεοκλής Αβδάλας είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον όνομα αυτής της μετάβασης, όχι επειδή πρέπει να φορτωθεί από τώρα την ταμπέλα του «επόμενου ηγέτη», αλλά επειδή αντιπροσωπεύει κάτι διαφορετικό. Έναν δημιουργό με μέγεθος, έναν παίκτη που μπορεί να δει το γήπεδο σαν γκαρντ αλλά να βρίσκεται στο σώμα ενός φόργουορντ.
Η Ελλάδα για δεκαετίες είχε elite δημιουργούς, όπως οι Σπανούλης, Διαμαντίδης, Καλάθης και Σλούκας.
Η επόμενη γενιά δεν χρειάζεται απαραίτητα να τους αντιγράψει, χρειάζεται όμως κάποιον που να μπορεί να πάρει την μπάλα στα χέρια και να οργανώσει το χάος όταν το παιχνίδι δυσκολεύει. Ο Αβδάλας έχει το προφίλ για να γίνει κάτι τέτοιο. Το αν θα φτάσει εκεί, είναι άλλη συζήτηση, αλλά ακριβώς γι’ αυτό πρέπει να παίξει.
Σαμοντούροφ και Ρογκαβόπουλος πρέπει να περάσουν από το «αύριο» στο «τώρα»
Ο Αλέξανδρος Σαμοντούροφ είναι ήδη κάτι περισσότερο από prospect, το ίδιο και ο Νίκος Ρογκαβόπουλος. Το πρόβλημα στο ελληνικό μπάσκετ είναι ότι πολλές φορές κρατάμε τους νέους παίκτες για χρόνια στη ζώνη του «θα».
Θα γίνει.
Θα παίξει.
Θα εξελιχθεί.
Θα αναλάβει.
Κάποια στιγμή, όμως, το μέλλον πρέπει να γίνει παρόν. Ο Σαμοντούροφ χρειάζεται κατοχές, λάθη, ευθύνες και μεγάλα παιχνίδια. Ο Ρογκαβόπουλος χρειάζεται να περάσει από τον ρόλο του συμπληρωματικού σε εκείνον του βασικού εκφραστή. Αν αυτοί οι παίκτες προορίζονται να αποτελέσουν τον κορμό του 2029 και του 2030, τότε η Εθνική πρέπει να αρχίσει να τους συμπεριφέρεται σαν βασικά κομμάτια πολύ πριν φτάσουμε εκεί.
Το μεγαλύτερο κενό παραμένει στην περιφέρεια
Εδώ είναι που η εικόνα γίνεται πιο ανησυχητική. Η Ελλάδα μπορεί να βρει μέγεθος, μπορεί να βρει φόργουορντ, μπορεί να βρει παίκτες που θα γεμίσουν θέσεις, αλλά ποιος θα είναι ο επόμενος μεγάλος ball-handler;
Ποιος θα πάρει ένα pick-and-roll και θα δημιουργήσει κάτι από το τίποτα;
Ποιος θα κρατήσει την μπάλα όταν όλοι γνωρίζουν ότι εκείνος πρέπει να αποφασίσει;
Ποιος θα είναι ο closer;
Αυτό το ερώτημα σήμερα δεν έχει καθαρή απάντηση και ίσως να είναι το σημαντικότερο από όλα, γιατί στις μεγάλες διοργανώσεις, στο τέλος, κάποιος πρέπει να φτιάξει μια κατοχή. Δεν αρκεί να έχεις καλό σύστημα. Δεν αρκεί να έχεις καλούς ρολίστες. Χρειάζεται ένας παίκτης που όταν το παιχνίδι σπάσει, να μπορεί να το ξαναμαζέψει. Η Ελλάδα τα τελευταία 20 χρόνια είχε σχεδόν πάντα έναν τέτοιο παίκτη.
Δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι θα έχει και μετά το 2029.
Η επόμενη Εθνική δεν χρειάζεται έναν νέο Γιάννη
Και ίσως εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη παγίδα. Να ψάχνουμε ήδη τον επόμενο Γιάννη Αντετοκούνμπο. Δεν υπάρχει, όπως δεν υπήρξε ποτέ ο «επόμενος Σπανούλης» ή ο «επόμενος Διαμαντίδης».
Οι μεγάλες εθνικές ομάδες δεν επιβιώνουν επειδή αναπαράγουν τους προηγούμενους σταρ τους, επιβιώνουν επειδή αλλάζουν. Η επόμενη Ελλάδα μπορεί να είναι λιγότερο εξαρτημένη από έναν superstar, μπορεί να είναι πιο positionless, να έχει περισσότερους δημιουργούς, περισσότερο shooting, περισσότερα μεγάλα κορμιά στην περιφέρεια, περισσότερους παίκτες που μπορούν να παίξουν δύο και τρεις ρόλους.
Ίσως η επόμενη καλή Εθνική να μην έχει έναν παίκτη του μεγέθους του Γιάννη, μπορεί όμως να έχει έξι ή επτά παίκτες που να μπορούν να κερδίσουν μια κατοχή και αυτό ίσως να είναι ο μόνος ρεαλιστικός δρόμος.
Το Παγκόσμιο του 2027 είναι κάτι περισσότερο από μια διοργάνωση
Γι’ αυτό και ο κίνδυνος αποκλεισμού αποκτά μεγαλύτερη σημασία. Αν η Ελλάδα δεν προκριθεί στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2027, δεν θα χάσει μόνο μία μεγάλη διοργάνωση, θα χάσει και μία από τις πιο πολύτιμες γέφυρες προς το 2029. Ένα Παγκόσμιο δύο χρόνια πριν από το EuroBasket της Αθήνας θα ήταν το ιδανικό περιβάλλον για να συνυπάρξει η παλιά με τη νέα γενιά.
Ο Γιάννης με τον Αβδάλα. Ο Παπανικολάου με τον Ρογκαβόπουλο. Οι τελευταίες μεγάλες παραστάσεις των παλιών δίπλα στα πρώτα μεγάλα τεστ των νέων. Αυτή είναι η πραγματική αξία τέτοιων διοργανώσεων, δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα, είναι η μετάδοση εμπειρίας και η δημιουργία ιεραρχίας.
Η στιγμή που ένας νεαρός παίκτης σταματά να κοιτάζει τον βετεράνο και αρχίζει να νιώθει ότι ανήκει κι εκείνος εκεί.
Το ελληνικό μπάσκετ πρέπει να αποφασίσει τι Εθνική θέλει να έχει το 2030
Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο ερώτημα. Όχι ποιος θα παίξει, αλλά τι ομάδα θέλουμε να είναι. Μια ομάδα που κάθε τέσσερα χρόνια θα περιμένει να εμφανιστεί ένας μεγάλος παίκτης; Ή ένα πρόγραμμα που θα παράγει σταθερά παίκτες έτοιμους για διεθνές επίπεδο;
Η διαφορά είναι τεράστια.
Γιατί η Εθνική μετά τον Γιάννη δεν θα κριθεί μόνο από τον Αβδάλα, τον Σαμοντούροφ ή τον Ρογκαβόπουλο. Θα κριθεί από το αν πίσω τους υπάρχουν άλλοι δέκα και άλλοι δέκα μετά από εκείνους. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα της «επόμενης γενιάς». Όχι ένα όνομα, αλλά μια δεξαμενή.
Το 2029 πρέπει να είναι η παράδοση της σκυτάλης, όχι η αρχή του πανικού
Αν όλα γίνουν σωστά, το EuroBasket της Αθήνας μπορεί να αποκτήσει έναν δεύτερο συμβολισμό. Να μην είναι μόνο το πιθανό τελευταίο μεγάλο τουρνουά του Αντετοκούνμπο, να είναι η στιγμή που η επόμενη Εθνική θα βρίσκεται ήδη εκεί.
Όχι σαν project. Όχι σαν υπόσχεση. Αλλά σαν πραγματικότητα.
Ο Αβδάλας να έχει παίξει μεγάλα παιχνίδια, ο Σαμοντούροφ να έχει ρόλο, ο Ρογκαβόπουλος να έχει ευθύνη και πίσω τους μια νέα γενιά να έχει ήδη μάθει τι σημαίνει να παίζεις με το εθνόσημο όταν ένα παιχνίδι καίει.
Γιατί η χειρότερη στιγμή για να αρχίσεις να ψάχνεις το μέλλον είναι όταν το παρόν έχει ήδη τελειώσει και η Ελλάδα έχει ακόμη χρόνο, όμως όχι πολύ. Η δύσκολη θέση στα προκριματικά μπορεί να αποδειχθεί απλώς μια κακή παρένθεση, μπορεί όμως να λειτουργήσει και ως το καμπανάκι που θα αναγκάσει το ελληνικό μπάσκετ να κοιτάξει λίγο πιο μακριά.
Γιατί το μεγαλύτερο ερώτημα δεν είναι αν η Εθνική θα καταφέρει να επιβιώσει από αυτόν τον όμιλο, είναι αν θα είναι έτοιμη να επιβιώσει από το τέλος της εποχής.