Φάκελος ΜακΙντάιρ: Γιατί ο κορυφαίος πασέρ της EuroLeague δεν έχει «κουμπώσει» στον Ολυμπιακό

Ευρωλίγκα

Φάκελος ΜακΙντάιρ: Γιατί ο κορυφαίος πασέρ της EuroLeague δεν έχει «κουμπώσει» στον Ολυμπιακό

Ο Κόντι Μίλερ-ΜακΙντάιρ ήρθε στον Ολυμπιακό έχοντας δύο διαδοχικές σεζόν ως κορυφαίος πασέρ της EuroLeague, όμως στο πρώτο επίσημο δείγμα έμεινε περίπου στα 17 λεπτά ανά αγώνα, σκόραρε ελάχιστα και έδειξε ότι ακόμη μαθαίνει το παιχνίδι του Γιώργου Μπαρτζώκα.

Οι 13 ασίστ του στο SuperCup, πάντως, υπενθυμίζουν ότι το ζήτημα δεν αφορά την ποιότητα ή τη δημιουργική του ικανότητα, αλλά το πόσο γρήγορα θα μπορέσει να μεταφέρει αυτά τα στοιχεία σε μια ομάδα με διαφορετικές απαιτήσεις από τον Ερυθρό Αστέρα.

Το πρώτο πραγματικό δείγμα του νέου Ολυμπιακού στο SuperCup του Άμπου Ντάμπι δημιούργησε αναπόφευκτα συγκρίσεις ανάμεσα στους δύο καινούργιους πόιντ γκαρντ. Ο Γιαν Μοντέρο μπήκε πιο επιθετικά στη σεζόν, έδειξε μεγαλύτερη άνεση και ολοκλήρωσε τα παιχνίδια με Φενέρμπαχτσε και Ρεάλ Μαδρίτης έχοντας συνολικά 25 πόντους, 7 ασίστ και 5 ριμπάουντ σε περίπου 44 λεπτά, την ώρα που ο ΜακΙντάιρ περιορίστηκε σε 5 πόντους, 13 ασίστ, 3 ριμπάουντ και 3 κλεψίματα σε 34:25.

Η διαφορά στο σκοράρισμα είναι μεγάλη, αλλά οι δύο παίκτες αποκτήθηκαν με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Ο Μοντέρο μπορεί να δημιουργήσει μέσα από την προσωπική του επίθεση και να πιέσει την άμυνα με την ταχύτητα και το ένας εναντίον ενός, ενώ ο ΜακΙντάιρ προορίζεται περισσότερο για τον έλεγχο της επίθεσης, την οργάνωση και τη δημιουργία για τους υπόλοιπους. Γι’ αυτό και το βασικό στοιχείο του δικού του διημέρου είναι οι 13 ασίστ σε λίγο περισσότερο από 34 λεπτά, ρυθμός που αντιστοιχεί σε περίπου 15,1 ασίστ ανά 40 λεπτά.

Το πρώτο ερώτημα αφορά περισσότερο τον χρόνο συμμετοχής του. Ο ΜακΙντάιρ ξεκίνησε βασικός και στα δύο παιχνίδια, αλλά έπαιξε 16:52 απέναντι στη Φενέρ και 17:33 κόντρα στη Ρεάλ, χωρίς να φτάσει τα 18 λεπτά σε κανένα από τα δύο, ενώ ο Μοντέρο αγωνίστηκε 21:50 και 22:27 αντίστοιχα. Για έναν γκαρντ που πέρυσι έπαιζε 30,5 λεπτά κατά μέσο όρο στον Ερυθρό Αστέρα και κατέγραψε 1.177 λεπτά στην κανονική περίοδο της EuroLeague, πρόκειται για σημαντική αλλαγή δεδομένων.

Το θέμα είναι να ταριάξει στο σύστημα, όχι οι ασίστ

Η περσινή σεζόν του ΜακΙντάιρ δείχνει με σαφήνεια τι παίκτη απέκτησε ο Ολυμπιακός. Σε 39 αγώνες είχε 12,6 πόντους, 7,4 ασίστ, 4,5 ριμπάουντ και ένα κλέψιμο, ενώ το AST% του έφτασε στο 37,2%, με usage 21,7%. Ο Ερυθρός Αστέρας είχε μαζί του στο παρκέ θετικό Net Rating (+4,1), ενώ το on/off του ήταν +2,8.

Πρόκειται για έναν πρωτεύοντα δημιουργό που έχει συνηθίσει να επηρεάζει μεγάλο μέρος των κατοχών της ομάδας του έχοντας την μπάλα στα χέρια, να παίζει pick-and-roll, να περιμένει την αντίδραση της άμυνας και να βρίσκει την τελική πάσα. Ο Ολυμπιακός του Μπαρτζώκα απαιτεί παράλληλα γρήγορη κυκλοφορία, συνεχείς αλλαγές πλευράς και αποφάσεις στις οποίες ο πρώτος δημιουργός μπορεί να αποχωριστεί την μπάλα αρκετά νωρίτερα από την τελική εκτέλεση.

Εδώ βρίσκεται και η σημαντικότερη διαφορά σε σχέση με τον Τόμας Ουόκαπ. Ο πρώην γκαρντ του Ολυμπιακού είχε μάθει να λειτουργεί με πολύ χαμηλότερη επιθετική κατανάλωση και πέρυσι είχε usage μόλις 12,5%, μοιράζοντας παράλληλα 12,8 ασίστ ανά 100 κατοχές και έχοντας AST% 33,2%. Με τον Ουόκαπ στο παρκέ, ο Ολυμπιακός κατέγραφε Offensive Rating 122,7 και Net Rating +14,1, ενώ το on/off του έφτανε στο +9,7.

Οι αριθμοί αυτοί δεν προσφέρονται για ευθεία σύγκριση των δύο παικτών, καθώς προέρχονται από διαφορετικές ομάδες και ρόλους, αναδεικνύουν όμως τη βασική αγωνιστική μετάβαση: ο ΜακΙντάιρ έρχεται από έναν ρόλο με πολύ μεγαλύτερη κατοχή και καλείται να οργανώσει μία επίθεση στην οποία η μπάλα πρέπει συχνά να φύγει από τα χέρια του πριν δημιουργηθεί η ασίστ.

Ο ίδιος έχει αναγνωρίσει ότι αυτή η διαδικασία βρίσκεται ακόμη στην αρχή.

«Δεν θα έλεγα [η προσαρμογή στο νέο σύστημα] είναι εύκολη, αλλά είναι μέρος της δουλειάς. Τους έχω παρακολουθήσει για πολλά χρόνια, οπότε έχω ήδη κατά κάποιο τρόπο μια κατανόηση του συστήματος, αλλά είναι διαφορετικό μεταξύ του να παρακολουθείς και του να συμμετέχεις σε αυτό. Είναι η διαφορά μεταξύ του να είσαι θεατής και να πρέπει πραγματικά να κάνεις τα πάντα στην πράξη, ζωντανά», είπε πρόσφατα στο σάιτ της EuroLeague.

Και πρόσθεσε: «Προφανώς, θα πρέπει να προσαρμοστώ πολύ, στο στιλ παιχνιδιού μου, αλλά και να προσπαθήσω να βρω τρόπους να διατηρήσω το στιλ παιχνιδιού μου. Θα χρειαστεί λίγο χρόνο, κάτι που είναι φυσιολογικό».

Το τρίτο δεκάλεπτο με τη Ρεάλ έδειξε την κατεύθυνση

Στον ημιτελικό με τη Φενέρ ο ΜακΙντάιρ πήρε μόλις δύο σουτ και ολοκλήρωσε τα 16:52 με 2 πόντους, 4 ασίστ, 2 ριμπάουντ και ένα κλέψιμο. Στον τελικό απέναντι στη Ρεάλ το πρώτο ημίχρονο πέρασε επίσης χωρίς μεγάλη επιρροή, όμως μετά την ανάπαυλα παρουσίασε την καλύτερη μέχρι τώρα εκδοχή του με τη φανέλα του Ολυμπιακού.

Στο τρίτο δεκάλεπτο πίεσε περισσότερο στην άμυνα, ανέβασε τον ρυθμό και μοίρασε έξι ασίστ, ενώ πρόσθεσε τρεις πόντους και ένα κλέψιμο. Η επίθεση απέκτησε μεγαλύτερη ταχύτητα και ο Ολυμπιακός, που είχε βρεθεί αρκετές φορές στο -10, πέρασε μπροστά με 61-56. Συνολικά ο ΜακΙντάιρ έκλεισε τον τελικό με 9 ασίστ σε 17:33, όσες και ο Φακούντο Καμπάτσο.

Αυτό το διάστημα έχει μεγαλύτερη χρησιμότητα για την αξιολόγησή του από τους πέντε συνολικούς πόντους του διημέρου. Ο Ολυμπιακός δεν τον απέκτησε για να γίνει ένας ακόμη σκόρερ δίπλα στους Φουρνιέ, Ντόρσεϊ, Βεζένκοφ και Μοντέρο, αλλά ως επαρκή εκτελεστική απειλή προκειμένου οι άμυνες να μην περνούν συστηματικά κάτω από τα σκριν και να περιορίζουν τις γραμμές πάσας. Πέρσι κινήθηκε περίπου στο 32-33% από το τρίποντο, ενώ στο SuperCup είχε 0/2, μαζί με 1/4 δίποντα και 3/4 βολές.

Δεν χρειάζεται μεγάλη αύξηση των προσπαθειών του, αλλά περισσότερη απειλή μέσα στις προσπάθειες που θα του δίνει η άμυνα.

Η συνεργασία με τον Βεζένκοφ έχει ιδιαίτερη σημασία

Ένα από τα σημεία που θα δείξουν πόσο γρήγορα προχωρά η προσαρμογή του είναι η συνεργασία του με τον Σάσα Βεζένκοφ, με τον οποίο ο ΜακΙντάιρ έχει ήδη κοινές παραστάσεις από την εθνική Βουλγαρίας.

Ο Βεζένκοφ παράγει μεγάλο μέρος του σκορ του με cuts, γρήγορες εκτελέσεις, transition και κίνηση χωρίς την μπάλα, επομένως χρειάζεται μια επίθεση που μεταφέρει γρήγορα την κατοχή από τη μία πλευρά στην άλλη.

Η σχέση τους εκτός Ολυμπιακού είναι ήδη ισχυρή, με τον Βεζένκοφ να έχει δηλώσει στην Telegraf από τον Μάρτιο του 2025 ότι είχε καλέσει προσωπικά τον ΜακΙντάιρ να έρθει στον Πειραιά: «Τον κάλεσα εγώ στον Ολυμπιακό. Μιλάμε, είναι καλό παιδί, μεγάλος παίκτης. Παρακολουθώ κάθε παιχνίδι που παίζει».

Αγωνιστικά, πάντως, η γνωριμία από μόνη της δεν αρκεί. Ο ΜακΙντάιρ πρέπει να μάθει συνολικά πότε θέλει ο κάθε παίκτης την μπάλα, κάτι που ο ίδιος θεωρεί βασικό μέρος της δουλειάς του ως πόιντ γκαρντ.

«Θα χρειαστεί χρόνος σίγουρα, ειδικά με εμένα και τον τρόπο που μελετώ τους συμπαίκτες μου, μαθαίνοντας σε ποια θέση τους αρέσει η μπάλα, πώς τους αρέσει να σκοράρουν, από ποια πλευρά του γηπέδου τους αρέσει να σκοράρουν».

Στην ίδια απάντηση στάθηκε και στη διαχείριση των προσωπικοτήτων: «Βλέποντας ποιος χρειάζεται να ακουμπήσει την μπάλα, ποιος δεν έχει ακουμπήσει την μπάλα για λίγο, ποιος είναι “on fire” εκείνη τη στιγμή».

Αυτό το κομμάτι είχε φτάσει σε πολύ υψηλό επίπεδο στον Ερυθρό Αστέρα έπειτα από μία ολόκληρη σεζόν και τώρα ουσιαστικά ξεκινά από την αρχή.

Ο Μοντέρο αλλάζει και τη συζήτηση για τον ρόλο του

Η εικόνα του Γιαν Μοντέρο στο Άμπου Ντάμπι πρόσθεσε ακόμη μία παράμετρο. Ο 23χρονος Δομινικανός είχε 13 πόντους και 3 ασίστ απέναντι στη Φενέρ και 12 πόντους με 4 ασίστ κόντρα στη Ρεάλ, φτάνοντας συνολικά τους 25 πόντους και τις επτά τελικές πάσες.

Η σύγκριση των πόντων από μόνη της δεν λέει πολλά, καθώς οι ρόλοι τους διαφέρουν. Ο Μοντέρο δημιουργεί περισσότερο μέσα από την προσωπική του απειλή, ενώ ο ΜακΙντάιρ έχει πολύ μεγαλύτερη ευθύνη στην οργάνωση. Η παρουσία του Μοντέρο, μαζί με τον Κόρι Τζόσεφ, τον Ντόρσεϊ, τον Εβάν Φουρνιέ και τις υπόλοιπες επιλογές της περιφέρειας, σημαίνει όμως ότι ο ΜακΙντάιρ μπαίνει σε ένα rotation πολύ διαφορετικό από εκείνο του Ερυθρού Αστέρα, όπου έπαιζε πάνω από 30 λεπτά.

Αυτό μπορεί να εξηγήσει και τα 17 λεπτά του SuperCup χωρίς να σημαίνει ότι αποτελούν τον χρόνο συμμετοχής που θα έχει στη διάρκεια της σεζόν. Ο Μπαρτζώκας διαθέτει πλέον διαφορετικού τύπου χειριστές και μπορεί να μοιράσει τις λειτουργίες που προηγουμένως συγκεντρώνονταν σε μεγαλύτερο βαθμό στον Ουόκαπ.

Υπάρχει λοιπόν ζήτημα με τον ΜακΙντάιρ;

Με βάση τα δύο πρώτα επίσημα παιχνίδια, υπάρχει σαφώς θέμα προσαρμογής, αλλά τα δεδομένα δεν στηρίζουν κάτι περισσότερο αυτή τη στιγμή.

Οι πέντε πόντοι και τα περίπου 17 λεπτά ανά αγώνα απέχουν αρκετά από τον περσινό ΜακΙντάιρ των 12,6 πόντων και 30,5 λεπτών, ενώ ο Μοντέρο παρουσιάστηκε περισσότερο έτοιμος και πήρε μεγαλύτερο χρόνο. Από την άλλη, οι 13 ασίστ σε 34:25, οι εννέα απέναντι στη Ρεάλ και κυρίως το πολύ καλό τρίτο δεκάλεπτο του τελικού επιβεβαίωσαν ότι η βασική του ικανότητα μεταφέρεται ήδη στο νέο περιβάλλον.

Το επόμενο βήμα είναι πιο συγκεκριμένο: καλύτερη ισορροπία ανάμεσα στην προσωπική δημιουργία και τη γρήγορη κυκλοφορία, μεγαλύτερη εκτελεστική απειλή, καλύτερη γνώση των συνηθειών των συμπαικτών του και σταδιακή αύξηση της επιρροής του χωρίς να χρειάζεται να επιστρέψει στα 30 λεπτά και στο usage που είχε στο Βελιγράδι.

Ο ίδιος είχε προβλέψει ότι «θα χρειαστεί λίγο χρόνο». Το SuperCup έδειξε ότι πράγματι τον χρειάζεται, αλλά ταυτόχρονα έδωσε και ένα μικρό έστω δείγμα που εξηγεί γιατί ο Ολυμπιακός επένδυσε πάνω του.

Προς το παρόν, λοιπόν, ο φάκελος μένει ανοιχτός. Όχι για το αν ο ΜακΙντάιρ μπορεί να δημιουργήσει σε αυτό το επίπεδο, αλλά για το πόσο γρήγορα ο κορυφαίος πασέρ της περσινής EuroLeague θα γίνει ο παίκτης που χρειάζεται ο φετινός Ολυμπιακός.

CONTINUE READING

Ολυμπιακός: Γιατί οι πρωταθλητές Ευρώπης θα χρειαστούν χρόνο στη φετινή Euroleague

Ολυμπιακός: Γιατί οι πρωταθλητές Ευρώπης θα χρειαστούν χρόνο στη φετινή Euroleague

Οι πρωταθλητές Ευρώπης μπαίνουν στην Euroleague και πάλι ως ένα από τα ισχυρά φαβορί της διοργάνωσης, όμως η φετινή version της ομάδας του Γιώργου Μπαρτζώκα ενδέχεται να χρειαστεί χρόνο για να βρει τα πατήματά της. ΕΡΧΕΣΑΙ ΣΥΧΝΑ ΕΔΩ; ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΤΗ GOOGLE Ο Ολυμπιακός έφτασε στην κορυφή της Ευρώπης στο «T-Center» πριν από λίγους μήνες και […]