Οι Κλίπερς πλήρωσαν ακριβά την υπόθεση Λέοναρντ, όμως ο Ντρέιμοντ Γκριν κοιτάζει πέρα από την τιμωρία και θέτει το πραγματικό ερώτημα: μήπως το salary cap έχει αρχίσει να περιορίζει περισσότερα απ’ όσα θα έπρεπε;
Ο Ντρέιμοντ Γκριν έχει έναν μοναδικό τρόπο να προκαλεί συζητήσεις. Αυτή τη φορά, όμως, πίσω από την άποψή του για την υπόθεση των Λος Άντζελες Κλίπερς και του Καουάι Λέοναρντ υπάρχει ένα ερώτημα που αξίζει να συζητηθεί πολύ περισσότερο από την ίδια την τιμωρία.
To NBA επέβαλε στην ομάδα του Λ.Α. πρόστιμο 30 εκατομμυρίων δολαρίων και τους αφαίρεσε πέντε μελλοντικές επιλογές πρώτου γύρου, ενώ ο ιδιοκτήτης, Στιβ Μπάλμερ, τέθηκε εκτός δραστηριοτήτων της λίγκας για έναν χρόνο. Ο Λέοναρντ τιμωρήθηκε με πρόστιμο 700.000 δολαρίων, αλλά απέφυγε τον αποκλεισμό. Η έρευνα του NBA κατέληξε ότι οι Κλίπερς είχαν διευκολύνει συμφωνίες endorsement του Λέοναρντ με εταιρείες που είχαν επιχειρηματικές σχέσεις με την ομάδα, με χαρακτηριστικότερη την υπόθεση της Aspiration και της συμφωνίας ύψους 28 εκατομμυρίων δολαρίων.
Ο Γκριν, πάντως, δεν στάθηκε τόσο στην ενοχή του Λέοναρντ όσο στο γεγονός ότι ο παίκτης δεν τιμωρήθηκε αυστηρότερα και κυρίως, άνοιξε μια πολύ μεγαλύτερη κουβέντα. «Γιατί υπάρχει salary cap; Γιατί οι παίκτες δεν μπορούν να βγάλουν λεφτά από σπόνσορες των ομάδων ή της λίγκας;», αναρωτήθηκε στο podcast του, εξηγώντας πως το ΝΒΑ είναι μια λίγκα που βασίζεται στους παίκτες της και στην εμπορική τους αξία. Αν ένας superstar μπορεί να δημιουργήσει 20 ή 30 εκατομμύρια δολάρια από χορηγίες, γιατί αυτό θα πρέπει να θεωρείται αυτομάτως πρόβλημα; Εδώ βρίσκεται η ουσία της σκέψης του Γκριν, αλλά κι η λεπτή γραμμή που δεν πρέπει να χαθεί.
Το salary cap δεν υπάρχει για να αποφασίζει πόσα χρήματα αξίζει ένας παίκτης στην αγορά. Υπάρχει για να περιορίζει το ποσό που μπορούν να διαθέσουν οι ομάδες για τα ρόστερ τους και, κυρίως, για να προστατεύει την ανταγωνιστική ισορροπία. Αν μια ομάδα μπορούσε να δίνει στον παίκτη της επιπλέον χρήματα μέσω εταιρειών με τις οποίες συνεργάζεται, τότε το salary cap θα παρέμενε μόνο στα χαρτιά.
Αυτό ακριβώς ήταν το πρόβλημα στην περίπτωση των Κλίπερς. Το NBA δεν τιμώρησε τον Λέοναρντ επειδή είχε εμπορική αξία ούτε επειδή κέρδισε χρήματα από χορηγίες. Το ζήτημα ήταν η εμπλοκή της ομάδας στις συγκεκριμένες συμφωνίες και το κατά πόσο αυτές χρησιμοποιήθηκαν ως ένας έμμεσος τρόπος οικονομικής ενίσχυσης του παίκτη εκτός του salary cap. Κάπου εδώ ο Γκριν έχει ένα δίκιο που δεν πρέπει να χαθεί μέσα στον «θόρυβο».
Οι κορυφαίοι παίκτες του ΝΒΑ δεν είναι πλέον μόνο αθλητές. Είναι brands με παγκόσμια εμπορική αξία, την οποία έχουν κάθε δικαίωμα να αξιοποιούν. Το ΝΒΑ, άλλωστε, έχει χτίσει τεράστιο κομμάτι της επιτυχίας του πάνω στις προσωπικότητες των παικτών του. Άλλο, λοιπόν, ένας παίκτης να αξιοποιεί την αξία του και άλλο μια ομάδα να δημιουργεί έναν παράλληλο μηχανισμό για να του δώσει χρήματα που δεν χωρούν στο salary cap. Η διαφορά είναι ουσιαστική.
Η σύγκριση με το MLB κάνει τη συζήτηση ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Το μπέιζμπολ δεν έχει σήμερα salary cap, αλλά λειτουργεί με Competitive Balance Tax, ένα σύστημα που επιβαρύνει τις ομάδες οι οποίες ξεπερνούν συγκεκριμένα όρια μισθοδοσίας. Μόνο που πλέον το MLB έχει προτείνει την εισαγωγή salary cap και salary floor από το 2027, με όριο 245,3 εκατομμυρίων δολαρίων και κατώτατο όριο 171,2 εκατομμυρίων για την πρώτη χρονιά.
Την ώρα, λοιπόν, που το MLB συζητά πώς θα βάλει περισσότερους οικονομικούς περιορισμούς στις ομάδες, το ΝΒΑ προσπαθεί να διασφαλίσει ότι οι δικοί του κανόνες δεν θα παρακάμπτονται μέσω της εμπορικής δύναμης των οργανισμών. Γι’ αυτό και το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν ο Γκριν έχει δίκιο για τους Κλίπερς. Εκεί η απάντηση είναι ξεκάθαρη: αν μια ομάδα χρησιμοποιεί τους επιχειρηματικούς της συνεργάτες για να ενισχύσει έμμεσα έναν παίκτη, το salary cap παύει να λειτουργεί.
Το ενδιαφέρον βρίσκεται αλλού: μπορεί το ΝΒΑ να προστατεύσει την ανταγωνιστική ισορροπία χωρίς να περιορίζει την πραγματική εμπορική αξία των παικτών του; Ο Γκριν δεν δικαιώνει την πρακτική των Κλίπερς. Δικαιώνει, όμως, την ερώτηση που βρίσκεται από πίσω. Γιατί το salary cap πρέπει να είναι φρένο στις ομάδες όταν προσπαθούν να αγοράσουν αγωνιστικό πλεονέκτημα, αλλά δεν μπορεί (και δεν πρέπει) να γίνει ταβάνι για την αξία των ίδιων των παικτών.