Η Πολωνία βρίσκεται μπροστά σε ένα από τα σημαντικότερα «παράθυρα» της προσπάθειάς της να επιστρέψει σε Παγκόσμιο Κύπελλο και ο Τζόρνταν Λόιντ αποτελεί πλέον αναπόσπαστο κομμάτι μιας Εθνικής που έχει εξελιχθεί σε μία από τις πιο ενδιαφέρουσες ιστορίες των ευρωπαϊκών προκριματικών.
Οι Πολωνοί ολοκλήρωσαν τον πρώτο γύρο των προκριματικών του Παγκοσμίου Κυπέλλου 2027 με το απόλυτο 6-0 και μαζί με την Τουρκία είναι οι μοναδικές αήττητες ομάδες της Ευρώπης. Μεταφέρουν όλα τα αποτελέσματά τους στη δεύτερη φάση και μπαίνουν στον Όμιλο Κ από την πρώτη θέση, μπροστά από Κροατία και Γερμανία που βρίσκονται στο 5-1, ενώ ακολουθούν Λετονία, Ολλανδία και Ισραήλ.
Το επόμενο βήμα έρχεται άμεσα. Στις 27 Αυγούστου η Πολωνία αντιμετωπίζει το Ισραήλ στη Ρίγα και στις 30 Αυγούστου υποδέχεται την παγκόσμια και ευρωπαϊκή πρωταθλήτρια Γερμανία στο Γκντανσκ. Οι τρεις πρώτες ομάδες του ομίλου θα πάρουν απευθείας το εισιτήριο για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2027 στο Κατάρ.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Λόιντ επέστρεψε στην Αθήνα και το Telekom Center Athens με την Εθνική Πολωνίας και μίλησε για όλα στο SKWEEK.
Για μια διεθνή καριέρα που πριν από λίγο καιρό δεν μπορούσε καν να φανταστεί και τελικά του πρόσφερε μια διαφορετική αίσθηση σκοπού. Για τη συζήτηση γύρω από τους νατουραλιζέ, την αποδοχή που βρήκε στην Πολωνία και τη σχέση που έχει δημιουργήσει με τη χώρα.
Για την ανανέωσή του με την Αναντολού Εφές, μια σεζόν που χαρακτήρισε από τις δυσκολότερες της καριέρας του, την αποχώρηση του Σέιν Λάρκιν, την άφιξη του Μάικ Τζέιμς και την πρόθεσή του να αναλάβει πλέον πολύ μεγαλύτερο ηγετικό ρόλο.
Για τη Μονακό και τον Βασίλη Σπανούλη, τον οποίο περιγράφει ως έναν προπονητή που απαιτεί, προκαλεί και κρατά τους παίκτες του υπόλογους, αλλά και για τη δική του αίσθηση ότι θα μπορούσε να έχει προσφέρει περισσότερα στην τελευταία του χρονιά στο Πριγκιπάτο.
Και, φυσικά, για την Ελλάδα. Για το T-Center και τις αναμνήσεις που έχει δημιουργήσει απέναντι στον Παναθηναϊκό, αλλά και για το ενδιαφέρον τόσο των «πράσινων» όσο και του Ολυμπιακού κατά τη διάρκεια της καριέρας του, το οποίο, όπως ξεκαθαρίζει, δεν εξελίχθηκε ποτέ σε κάτι πραγματικά συγκεκριμένο.

Στο τέλος, όμως, η συζήτηση πήγε πολύ πιο βαθιά από το μπάσκετ. Στην οικογένειά του, η οποία έβαλε περίπου 240.000 δολάρια για να μπορέσει να κυνηγήσει το όνειρο του NBA, στο πρωτάθλημα με τους Τορόντο Ράπτορς και, τελικά, στον Ντάι-Τζον Πάρκερ, τον παιδικό του φίλο και συμπαίκτη.
Έναν άνθρωπο του οποίου το όνειρο ήταν να παίξει επαγγελματικό μπάσκετ. Οι δυο τους μεγάλωσαν μαζί, υπήρξαν συμπαίκτες στο Milton High School και κατέκτησαν μαζί το πολιτειακό πρωτάθλημα το 2010, πριν ξανασμίξουν στο University of Indianapolis. Ο Πάρκερ έχασε τη ζωή του σε δυστύχημα το 2015.
Ο Λόιντ κουβαλά έκτοτε τη μνήμη του μαζί του στην επαγγελματική του διαδρομή.
«Ζει μέσα από εμένα», λέει ο Λόιντ.
Και ίσως αυτή η τελευταία απάντηση εξηγεί καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη όλα όσα είχαν προηγηθεί στη συζήτηση.
Για ακόμη μία φορά, καλώς ήρθες στην Αθήνα. Πώς αισθάνεσαι που βρίσκεσαι εδώ και, ειδικότερα, που παίζεις σε αυτό το γήπεδο;
Καταρχάς, το να βρίσκομαι εδώ με αυτά τα παιδιά είναι πάντα ξεχωριστό για μένα. Είμαι ενθουσιασμένος που είμαι ξανά μαζί με όλο το σταφ και τους παίκτες.
Πάντα περνάμε ωραία. Έρχομαι εδώ σχεδόν οκτώ χρόνια πλέον.
Είναι πάντα ένα ωραίο γήπεδο για να παίζεις. Πολλά σπουδαία παιχνίδια, πολλά δύσκολα παιχνίδια. Παθιασμένοι φίλαθλοι, όλο το πακέτο. Λατρεύω να βρίσκομαι σε αυτή την πόλη και σε αυτό το γήπεδο.
Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ανάμνηση που ξεχωρίζει;
Ξέρεις κάτι; Ναι, έχω δύο, βασικά. Με τη Μονακό, είχα βάλει ένα σουτ εδώ απέναντι στον Παναθηναϊκό, για να τελειώσω ουσιαστικά το παιχνίδι. Ήταν σημαντικό.
Την πρώτη μου χρονιά στη EuroLeague με τη Βαλένθια (2019-20) είχα κάνει ένα πραγματικά σπουδαίο παιχνίδι εδώ. Χάσαμε, βέβαια, οπότε δεν ήταν και τόσο σπουδαίο παιχνίδι! Αλλά προσωπικά ήταν ένα πολύ καλό ματς. Ένα από τα καλύτερά μου. Μου αρέσει πολύ να βρίσκομαι εδώ.
«Με την Πολωνία παίζεις για ένα ολόκληρο έθνος»
Ας μιλήσουμε για την Πολωνία πριν περάσουμε στη EuroLeague. Είχες πει ότι το να αγωνιστείς με την Πολωνία ήταν κάτι που ποτέ δεν είχες σχεδιάσει ή φανταστεί. Στη συνέχεια, όμως, το EuroBasket 2025 εξελίχθηκε σε μία από τις καθοριστικές περιόδους της καριέρας σου. Πέρα από τους περίπου 22 πόντους που σημείωνες ανά παιχνίδι, τι σου έδωσε η εκπροσώπηση της Πολωνίας που δεν σου είχε δώσει στο παρελθόν το συλλογικό μπάσκετ;
Καλή ερώτηση. Είναι δύσκολο, γιατί στην Ευρώπη αισθάνεσαι ότι ανεξάρτητα από την ομάδα στην οποία βρίσκεσαι, κάθε χρονιά, κάθε κατοχή, κάθε παιχνίδι είναι πολύ σημαντικά.
Αλλά το να παίζω με αυτά τα παιδιά για αυτή τη χώρα μου έδωσε μεγαλύτερη αίσθηση σκοπού. Είναι σαν να μην παίζεις απλώς για έναν σύλλογο, αλλά για ένα ολόκληρο έθνος. Ειδικά για μένα, το να μπω σε αυτή την κατάσταση ήταν λίγο διαφορετικό, προφανώς.
Αλλά ο κόσμος με αγκάλιασε. Προφανώς υπήρχε πολλή συζήτηση και όλα τα σχετικά. Όμως όλοι με αγκάλιασαν. Μου έδειξαν πολλή αγάπη.
Και αυτό απλώς μου επέτρεψε να είμαι ο εαυτός μου και να παίξω ελεύθερα. Ειλικρινά, δεν ξέρω πώς ακριβώς να περιγράψω με λόγια τι σήμαινε για μένα. Αλλά το να το ζήσουμε εγώ και η οικογένειά μου ήταν κάτι πολύ ξεχωριστό.
Δεν είχα βιώσει ποτέ κάτι τέτοιο.
Σε τι αφορούσε αυτή η συζήτηση;
Στους νατουραλιζέ παίκτες. Δεν είμαι ο πρώτος, δεν θα είμαι ο τελευταίος. Εν μέρει, περίμενα πως θα γινόταν αυτή η συζήτηση και είναι εντάξει. Αλλά υπήρχε πολύ περισσότερη αγάπη παρά μίσος.
Και εμένα δεν με ενοχλεί ποτέ. Αλλά όταν μπαίνεις σε κάτι καινούργιο όπως αυτό, ήθελα να αφήσω ένα θετικό αποτύπωμα.
Πόσο σημαντική ήταν για σένα όλη αυτή η διαδικασία, και σε προσωπικό επίπεδο;
Όπως είπες προηγουμένως, ήταν κάτι που δεν είχα ποτέ πραγματικά φανταστεί. Επομένως, δεν είχα σκεφτεί ιδιαίτερα τι θα μπορούσε να σημαίνει.
Αλλά ο αριθμός των ανθρώπων από αυτή τη χώρα που επικοινώνησαν μαζί μου, οι άνθρωποι που γνώρισα, οι σχέσεις που έχτισα… Νομίζω ότι πέρα από το μπάσκετ, αυτό είναι κάτι που θα μείνει μαζί μου για πάντα.
Εκτιμώ πολύ τέτοια πράγματα. Εκτιμώ τις συνδέσεις. Εκτιμώ τις σχέσεις.
Οπότε, μόνο και μόνο από αυτή την άποψη, το να έχω νέους αδερφούς, νέους ανθρώπους δίπλα στην οικογένειά μου, είναι αρκετά ωραίο.
Ένιωσες ότι έπρεπε να κερδίσεις την αποδοχή και να αποδείξεις ότι ήσουν εκεί για κάτι περισσότερο από ένα τουρνουά;
Ποτέ δεν το είδα έτσι.
Νομίζω ότι όλοι μπορούν να καταλάβουν από τον τρόπο που παίζω ότι δεν είμαι εδώ μόνο για τον εαυτό μου. Πεθαίνω στο παρκέ, ανεξάρτητα από τη φανέλα που φοράω. Αλλά ειδικά όταν εκπροσωπείς μία χώρα, θέλεις να δίνεις το 100%.
Όμως ήμουν έτσι σε όλη μου τη ζωή. Πάντα έβρισκα τρόπους ώστε οι άνθρωποι να εκτιμούν τον τρόπο που παίζω. Δεν χρειάζεται να λέω πολλά.
Νομίζω ότι ο τρόπος που παίζω από μόνος του περνάει το σωστό μήνυμα.
Κατά τη γνώμη σου, τι είναι αυτό που δίνει σε έναν νατουραλιζέ παίκτη τη νομιμοποίηση να εκπροσωπεί μία χώρα;
Οι κανονισμοί, υποθέτω.
Προφανώς, ο κόσμος θέλει να βλέπει ανθρώπους που μεγάλωσαν εκεί, που γεννήθηκαν εκεί. Το καταλαβαίνω. Αλλά, ξανά, δεν ήμουν ο πρώτος και δεν θα είμαι ο τελευταίος.
Και νομίζω ότι εφόσον έρχεσαι με τη σωστή νοοτροπία, με τη σωστή στάση, αγκαλιάζεις την κουλτούρα, αγκαλιάζεις τους ανθρώπους, πιστεύω ότι θα γίνεις αποδεκτός. Και, προφανώς, πρέπει να δίνεις το 1.000% στο παρκέ.
«Στην Εφές υπήρχαν πολλές ανοιχτές υποθέσεις»
Πάμε τώρα στο συλλογικό μπάσκετ. Πρόσφατα ανανέωσες το συμβόλαιό σου με την Αναντολού Εφές. Γιατί αισθάνθηκες ότι η Εφές ήταν το σωστό μέρος για να συνεχίσεις αυτό το κεφάλαιο της καριέρας σου;
Υπήρχαν πολλές ανοιχτές υποθέσεις εκεί.
Για μένα προσωπικά, ξανά, αισθάνομαι ότι ήταν μία πολύ δύσκολη σεζόν για εμένα, για την ομάδα, για τον σύλλογο, για όλους εκεί. Πιθανότατα μία από τις δυσκολότερες της καριέρας μου, απλώς επειδή δεν κερδίζαμε.
Αλλά, ταυτόχρονα, υπάρχει πάντα λίγο φως στην άκρη του τούνελ.
Η οικογένειά μου λατρεύει να βρίσκεται εκεί. Κι εγώ το αγαπώ, τους ανθρώπους εκεί, το επιτελείο. Και απλώς αισθάνομαι ότι είναι ένα μέρος στο οποίο μπορώ να εξελιχθώ περισσότερο απ’ όσο εξελίχθηκα πέρυσι.
Υπήρξε πολλή μάθηση, πολλή προσαρμογή, αλλά νομίζω ότι επιστρέφοντας για δεύτερη χρονιά, έχοντας πλέον άνεση, τον ίδιο προπονητή και πολλά παιδιά με τα οποία έχω παίξει στο παρελθόν, πιστεύω ότι θα έχουμε μία πολύ καλύτερη σεζόν, σίγουρα.

Πώς αξιολογείς την κατεύθυνση του νέου ρόστερ της Εφές, με παίκτες όπως ο Ντάριο Σάριτς, ο Ντάρον Ράσελ και ο Μάικ Τζέιμς;
Νομίζω ότι έχουμε κομμάτια σε κάθε θέση που είναι πραγματικά, πραγματικά ταλαντούχα. Έχουμε εμπειρία. Έχουμε παίκτες που μπορούν να έρθουν και να κάνουν αμέσως τη διαφορά. Νομίζω ότι θα έχουμε ξεκάθαρους ρόλους και ταυτότητα, κάτι που θα βοηθήσει μία ομάδα σαν κι αυτή.
Πιστεύω ότι το να παίζει ο καθένας τον ρόλο του, να γνωρίζει τι χρειάζεται να κάνει κάθε βράδυ, θα μας βοηθήσει να κερδίζουμε. Έχουμε τον Κόλιν Μάλκολμ και τον Σάντι Γιούστα, παιδιά που θα μπορούν να μπουν και να παίξουν δυνατά.
Έχουμε πολλά κομμάτια που πιστεύω ότι θα δέσουν πολύ καλά μεταξύ τους.
«Θέλω να γίνω ο μεγάλος ηγέτης της Εφές»
Ο Σέιν Λάρκιν είχε ταυτιστεί με την Εφές για τόσα χρόνια. Πόσο αλλάζει η αποχώρησή του την ταυτότητα του συλλόγου και την κατανομή των ευθυνών ανάμεσα στους παίκτες που παραμένουν;
Προφανώς, όταν ένας σταρ όπως ο Σέιν, ένας παίκτης αυτού του επιπέδου, ένας φοβερός χαρακτήρας, φεύγει από τον σύλλογό σου, είναι πάντα δύσκολο.
Ο Σέιν έκανε αυτό που έπρεπε να κάνει και όλοι το καταλαβαίνουμε. Είμαι χαρούμενος γι’ αυτόν ως αδερφό, ως φίλο.
Προφανώς, θα υπάρχει χώρος για άλλους ανθρώπους να κάνουν ένα βήμα μπροστά. Η απόκτηση του Μάικ Τζέιμς προφανώς θα βοηθήσει. Έχουμε πολλά παιδιά που μπορούν να σκοράρουν και ο Σέιν προσέφερε πολύ σε αυτό το κομμάτι.
Βασικά, νομίζω ότι το επόμενο ζήτημα είναι να βρούμε τον παίκτη που θα ηγηθεί. Θέλω να μπω σε αυτόν τον ρόλο, να γίνω ένας μεγάλος ηγέτης φέτος, να βοηθήσω αποτελώντας παράδειγμα, να κάνω οτιδήποτε χρειάζεται για να ηγηθώ της ομάδας.
Επίσης, μετά από έναν χρόνο εκεί, καταλαβαίνω πώς λειτουργούν τα πράγματα με τον κόουτς [Πάμπλο] Λάσο. Πιστεύω ότι το σκοράρισμα και η ηγεσία θα είναι πολύ σημαντικά κομμάτια.
Πώς ήταν η περασμένη χρονιά για σένα;
Ήταν δύσκολη. Ήταν αστείο, γιατί ο [Ντονάτας] Μοτιεγιούνας μού έλεγε μετά το EuroBasket, κάπου τον Δεκέμβριο: “Μην είσαι τόσο σκληρός με τον εαυτό σου. Θα δυσκολευτείς. Το σώμα σου δεν έχει συνηθίσει να παίζει το καλοκαίρι”.

Δεν μου αρέσει να βρίσκω πολλές δικαιολογίες. Έλεγα: “Θα είμαι εντάξει”.
Ήταν ένα rollercoaster όσον αφορά την υγεία, την κούραση, και μετά ήταν καλό για μένα που βρήκα αυτή τη δεύτερη ανάσα.
Προσωπικά, ήταν κάπως δύσκολο το ξεκίνημα, αλλά νομίζω ότι το να ολοκληρώσω τη σεζόν όπως το έκανα, και όπως την ολοκληρώσαμε ως ομάδα, ανεξάρτητα από το ρεκόρ (6-0), ήταν αρκετά καλό.
Η «τρελή αγορά» της EuroLeague και το ενδιαφέρον των «αιωνίων»
Βλέποντας συνολικά τη EuroLeague, υπήρξε κάποια μεταγραφή ή εξέλιξη που σου τράβηξε την προσοχή αυτό το καλοκαίρι;
«Όχι ιδιαίτερα. Βλέπεις πολλές από τις κορυφαίες ομάδες να κάνουν μεταγραφές. Βασικά, όλοι πηγαίνουν παντού. Έτσι το ένιωσα.
Οι ομάδες γεμίζουν τα ρόστερ τους με 16, 17 παίκτες. Δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποια συγκεκριμένη κίνηση που ξεχωρίζει για μένα.
Θα πω, όμως, αυτό. Έχω έναν φίλο, έναν οικογενειακό μας φίλο, τον Άντονι Μπράουν, που βρίσκεται στην Μπεσίκτας. Ανανέωσε μαζί τους φέτος.
Πάντα ήθελε να παίξει στη EuroLeague, οπότε είμαι πραγματικά χαρούμενος γι’ αυτόν. Σε προσωπικό επίπεδο, θα επιλέξω αυτό».
Υπάρχει ξεκάθαρο φαβορί για τη φετινή EuroLeague;
Όχι, ποτέ. Σε αυτή τη λίγκα, σε αυτό το σημείο, δεν ξέρω πλέον.
Προφανώς, ο Ολυμπιακός κέρδισε πέρσι, έχει εξαιρετική ομάδα και συνεχίζει να χτίζει μία τρελή ομάδα. Επίσης, ο Παναθηναϊκός, η Ντουμπάι, η Ρεάλ Μαδρίτης… Η λίστα είναι πολύ μεγάλη.
Κι εμείς, αισθάνομαι ότι θα είμαστε διεκδικητές.
Αλλά με τον τρόπο που είναι πλέον η λίγκα και με τόσους παίκτες σε κάθε ομάδα, δεν νομίζω ότι υπάρχει ξεκάθαρο φαβορί.
Έχεις πλέον αποδεχθεί ότι οποιοσδήποτε μπορεί να πάει σχεδόν σε οποιαδήποτε ομάδα, ακόμη και εκτός EuroLeague;
Ναι, νομίζω ότι πλέον, είτε μιλάμε για EuroCup είτε για Basketball Champions League είτε για οποιαδήποτε λίγκα, υπάρχει ταλέντο παντού.
Αυτό είναι εξαιρετικό για το ευρωπαϊκό μπάσκετ. Οποιοδήποτε καλοκαίρι, μπορεί να έχεις έναν παίκτη που πηγαίνει κάπου και ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να συμβεί. Μου αρέσει να βλέπω όλες αυτές τις μεταγραφές και τους παίκτες να μπαίνουν σε όλο αυτό.
Έφτασες ποτέ κοντά στο να παίζεις σε αυτό το γήπεδο για ολόκληρη τη σεζόν και όχι μόνο ως αντίπαλος;
«Όχι ιδιαίτερα. Ποτέ δεν είχα πολλές συζητήσεις με τον Παναθηναϊκό, για να είμαι ειλικρινής. Υπήρχε πάντα ένα μικρό ενδιαφέρον, αλλά ποτέ κάτι συγκεκριμένο, ποτέ κάτι σίγουρο.
Στη δική μου περίπτωση και στην καριέρα μου, πάντα συνέβαινε σε περιόδους όπου υπήρχε ο COVID, συνέβαιναν διάφορα πράγματα και έπρεπε να βρεις το κατάλληλο μέρος.
Και με τον Ολυμπιακό;
Το ίδιο, ενδιαφέρον. Πολύ ενδιαφέρον, αλλά ποτέ κάτι που πίστεψα ότι θα κατέληγε κάπου. Αλλά ο ατζέντης μου, ο Άντι Μπουντογιάννης, είναι Έλληνας, οπότε ποτέ δεν ξέρεις.
Όχι, όμως. Ειλικρινά, ήμουν χαρούμενος εκεί όπου βρισκόμουν.
Μονακό και Σπανούλης
Ας μιλήσουμε λίγο για τη Μονακό. Πώς θα περιέγραφες συνολικά τη δεύτερη θητεία σου (2024-25) εκεί και πόσο διαφορετική ήταν από την πρώτη;
Ήταν διαφορετική. Όταν φεύγεις, πηγαίνεις στη Μακάμπι για μερικούς μήνες και μετά επιστρέφεις, είναι πάντα δύσκολο. Μία ομάδα έχει κάνει μια συγκεκριμένη προετοιμασία, έχει συγκεκριμένες ιδέες και μετά επιστρέφεις, κάτι που κάνει λίγο πιο δύσκολη την προσαρμογή.
Αλλά είχα παίξει με αυτά τα παιδιά για δύο χρόνια και απλώς ήθελα να προσπαθήσω να βρω τον δρόμο μου.
Φτάσαμε ένα παιχνίδι μακριά από την κατάκτηση της EuroLeague, ανεξάρτητα από όλα όσα συνέβαιναν. Αισθάνομαι ότι θα μπορούσα να έχω κάνει πολύ περισσότερα στον χρόνο μου εκεί, την τελευταία μου χρονιά.
Αλλά στο τέλος της ημέρας, σε ολόκληρη την τριετία μου στη Μονακό, η διοίκηση και η ομάδα ήταν τόσο καλοί απέναντι σε εμένα και στην οικογένειά μου. Δεν έχω τίποτα άλλο παρά αγάπη για εκείνους.
Πώς ήταν η σχέση σου με τον Βασίλη Σπανούλη;
Ήταν καλή. Έχει παίξει το παιχνίδι στο υψηλότερο επίπεδο, είναι ένας από τους καλύτερους που έχουν παίξει ποτέ.
Σε κρατά υπόλογο για όσα κάνεις και αυτό είναι κάτι που, ως παίκτης, το αγαπάς. Θέλεις έναν προπονητή που σε προκαλεί, που σε πιέζει. Οπότε ήταν διασκεδαστικό να παίζω γι’ αυτόν.
Έχει αυτή την αυτοπεποίθηση που αρέσει σε όλους μας και θα έχει πλάκα να τον δω σε λίγη ώρα.

Πιστεύεις ότι σου δόθηκε μια δίκαιη ευκαιρία να προσαρμοστείς στις ιδέες του; Υπήρχε κάτι στον τρόπο με τον οποίο ολοκληρώθηκε το κεφάλαιο της Μονακό που σε απογοήτευσε;
Ως παίκτης, πάντα αισθάνεσαι ότι μπορείς να κάνεις περισσότερα, πάντα αισθάνεσαι ότι θέλεις μεγαλύτερο ρόλο. Όμως, όταν προσπαθείς απλώς να ενταχθείς ξανά αφού έχεις φύγει και επιστρέψει, είναι δύσκολο και για εκείνον να προσπαθήσει να προσαρμοστεί σε όλους τους γκαρντ που είχαμε.
Αλλά ναι, προφανώς αισθάνομαι ότι όταν τα λεπτά συμμετοχής σου ανεβοκατεβαίνουν, πάντα θέλεις περισσότερη σταθερότητα.
Στο τέλος, όμως, φτάσαμε στον τελικό της EuroLeague. Οπότε, τι μπορείς να πεις;
Τα 240.000 δολάρια της οικογένειας και το NBA
Το 2018 η οικογένειά σου πλήρωσε περίπου 240.000 δολάρια ώστε να μπορέσεις να αποδεσμευτείς από το συμβόλαιό σου με την Νταρουσάφακα και να κυνηγήσεις την ευκαιρία στο NBA, που κατέληξε στον τίτλο με τους Τορόντο Ράπτορς το 2019. Όταν σκέφτεσαι σήμερα εκείνη την απόφαση, τι σημαίνει για σένα πέρα από το μπάσκετ;
Τα πάντα. Κυριολεκτικά σημαίνει τα πάντα, γιατί είναι κάτι που δεν ζήτησα ποτέ, κάτι που δεν περίμενα ποτέ.
Μεγάλωσα σε μια οικογένεια όπου έπρεπε να δουλέψεις για οτιδήποτε έχεις. Το να κάνουν κάτι τέτοιο μόνο και μόνο για να μπορέσω εγώ να ζήσω αυτή την εμπειρία είναι ξεχωριστό.
Ο Θεός λειτουργεί με υπέροχους τρόπους. Στη συνέχεια κατάφερα να αποτελέσω μέρος εκείνου του πρώτου πρωταθλήματος στο NBA, κάτι που πιθανότατα δεν θα είχα ποτέ την ευκαιρία να κάνω.
Οπότε θα είμαι για πάντα ευγνώμων και ευλογημένος που συνέβη κάτι τέτοιο.

Το να βλέπεις τους γονείς σου να κάνουν μια τέτοια επένδυση στο όνειρό σου άλλαξε μόνιμα τον τρόπο με τον οποίο εκτιμάς την καριέρα σου και τα ρίσκα που είσαι διατεθειμένος να πάρεις;
Φυσικά. Έχεις πάντα κίνητρο, αλλά αυτό απλώς σου δίνει επιπλέον.
Νομίζω ότι έπαιξα μερικά από τα καλύτερα παιχνίδια της ζωής μου εκείνη τη χρονιά, γιατί εκτιμούσα αυτό που έκαναν.
Είναι κάτι πραγματικά ξεχωριστό. Το κίνητρο ήταν καθοριστικό, αλλά υπήρχε πάντα λόγω του πατέρα μου. Με προπονούσε όταν ήμουν μικρός.
Αναρωτιέσαι ποτέ πόσο διαφορετικά θα είχαν εξελιχθεί όλα εάν το Τορόντο σου είχε δώσει ένα πλήρες συμβόλαιο στο NBA;
Φυσικά, σκέφτεσαι τι θα μπορούσε να είχε συμβεί. Αλλά, ταυτόχρονα, είμαι ευλογημένος που είχα μια τόσο σπουδαία καριέρα στην Ευρώπη.
Δεν ξέρω τι θα είχε συμβεί, αλλά με τον τρόπο που έχουν εξελιχθεί τα πράγματα είμαι πάρα πολύ ευλογημένος και ευγνώμων.
Οπότε δεν θα άλλαζα τίποτα».
«Ο φίλος μου ζει μέσα από εμένα»
Μετά από όλα όσα έχεις ζήσει, τι εξακολουθεί να σε οδηγεί; Υπάρχει κάποιο επίτευγμα — ένας τίτλος EuroLeague, ακόμη ένα Final Four, κάτι με την Πολωνία — που αισθάνεσαι ότι πρέπει ακόμη να πετύχεις πριν μπορέσεις να πεις ότι πήρες όλα όσα ήθελες από αυτή την καριέρα;
Προφανώς, η κατάκτηση ενός τίτλου είναι τεράστια υπόθεση για μένα. Θα ήθελα πολύ να βρεθώ στην κορυφή του ευρωπαϊκού μπάσκετ.
Και σε προσωπικό επίπεδο, είχα έναν φίλο που πέθανε πριν από περισσότερα από δέκα χρόνια και ήταν πάντα όνειρό του να παίξει επαγγελματικό μπάσκετ. Οπότε ζει μέσα από εμένα.
Το όνομά του είναι Ντάι-Τζον Πάρκερ και με κρατά σε συνεχώς σε εγρήγορση. Οπότε, ανεξάρτητα από την κατάσταση στην οποία βρίσκομαι, βλέπω πάντα το ποτήρι μισογεμάτο.
Πάντα προσπαθώ να τον τιμώ.