Καθώς το ευρωπαϊκό μπάσκετ συνεχίζει να εξελίσσεται με ταχείς ρυθμούς, η ΤΣΣΚΑ βρίσκεται σε μια ιδιαίτερη θέση — εκτός EuroLeague τα τελευταία τέσσερα χρόνια, αλλά εξακολουθώντας να κουβαλά το βάρος και τις απαιτήσεις ενός από τους πιο ιστορικούς και απαιτητικούς οργανισμούς της Ευρώπης.
Μιλώντας στο SKWEEK, ο Ανδρέας Πιστιόλης εξηγεί τι σημαίνει να λειτουργεί κανείς σε αυτό το περιβάλλον μετάβασης, όπου η πρόκληση δεν ορίζεται πλέον αποκλειστικά από τη νίκη, αλλά από τη διατήρηση της ταυτότητας, των standards και της νοοτροπίας, μακριά από τη σκηνή στην οποία η ΤΣΣΚΑ Μόσχας έχει μάθει να πρωταγωνιστεί.
Από τη διαχείριση προσδοκιών σε έναν οργανισμό όπου η επιτυχία μετριόταν σχεδόν αποκλειστικά με τίτλους EuroLeague, μέχρι το χτίσιμο σταθερότητας και πίστης σε μια νέα πραγματικότητα, ο κόουτς της ΤΣΣΚΑ αναλύει τι απαιτείται για να διατηρηθεί το DNA της ομάδας, καθώς ταυτόχρονα προσαρμόζεται σε ένα εντελώς διαφορετικό αγωνιστικό τοπίο.
Aκολουθούσα δρόμους που τελικά δεν μου ταίριαζαν
Έχετε νιώσει ποτέ ότι χάνετε τον εαυτό σας μέσα στον ρυθμό και τις απαιτήσεις αυτού του επαγγέλματος;
«Δεν θα έλεγα ότι ένιωσα ποτέ πως χάνω τον εαυτό μου. Θα έλεγα ότι εξελίσσομαι και αλλάζω, και πάντα προσπαθώ αυτές οι αλλαγές να είναι προς το καλύτερο.
Υπήρξαν στιγμές που συνειδητοποίησα ότι ακολουθούσα δρόμους που τελικά δεν μου ταίριαζαν. Έδωσα μια ευκαιρία, αλλά διαπίστωσα ότι δεν ήμουν ο άνθρωπος — ούτε ο προπονητής — που ήθελα να είμαι, οπότε έκανα τις απαραίτητες προσαρμογές και άλλαξα πορεία.
Σίγουρα υπήρξε μεγάλη εξέλιξη και αλλαγή σε όλη τη διαδρομή. Πέρασα και δύσκολες περιόδους, τόσο ψυχολογικά όσο και επαγγελματικά, αντιμετωπίζοντας πολύ απαιτητικά διλήμματα, ακόμη και ηθικά.
Αλλά κοιτώντας πίσω, νιώθω ότι σε όλη αυτή τη διαδρομή κατάφερα να μην χάσω τον εαυτό μου. Αντίθετα, εξελίχθηκα, άλλαξα και συνέχισα να προχωράω μπροστά. Και νομίζω ότι αυτό είναι απόλυτα φυσιολογικό».

Ποια είναι η μεγαλύτερη ανασφάλεια που αντιμετωπίζει ένας head coach σε ένα club όπως η ΤΣΣΚΑ Μόσχας, κάτι που ο κόσμος δεν βλέπει ποτέ;
«Θεωρώ ότι η μεγαλύτερη πρόκληση — και ταυτόχρονα η μεγαλύτερη πηγή ανασφάλειας — είναι ότι, στο τέλος της ημέρας, κρίνεσαι από το αποτέλεσμα. Και το αποτέλεσμα δεν είναι ποτέ δεδομένο.
Τις περισσότερες φορές, η δουλειά σου είναι να εστιάζεις σε όσα μπορείς πραγματικά να ελέγξεις και να βεβαιώνεσαι ότι έχεις κάνει τα πάντα στο μέγιστο δυνατό επίπεδο. Όμως το τελικό αποτέλεσμα συχνά εξαρτάται από παράγοντες που είναι εντελώς εκτός ελέγχου σου, και εκεί γεννιέται η πραγματική πίεση.
Το βλέπω και σε άλλους προπονητές. Όταν αρχίζεις να βασίζεσαι υπερβολικά σε πράγματα που δεν μπορείς να ελέγξεις, τότε είναι που αρχίζουν να σε κυριεύουν το άγχος, η πίεση και η ανασφάλεια.
Με τα χρόνια, το μεγαλύτερο μάθημα που έχω πάρει είναι να εστιάζω μόνο σε όσα μπορώ να ελέγξω, να φροντίζω ότι έχω κάνει ό,τι περνά από το χέρι μου στο καλύτερο δυνατό επίπεδο και να αποδέχομαι ότι κάποιες φορές τα πράγματα εκτός ελέγχου μου δεν θα πάνε όπως θέλω — και ότι δεν μπορώ να κάνω κάτι γι’ αυτό».
Και όλα αυτά σε ένα κλαμπ όπου, τα προηγούμενα χρόνια, η κατάκτηση της EuroLeague καθόριζε αν μια σεζόν θεωρούνταν επιτυχημένη ή όχι…
Ένα από τα μότο αυτής της ομάδας είναι ότι “η ΤΣΣΚΑ είναι πάντα πρώτη”. Υπάρχει πάντα πίεση που συνοδεύει το αποτέλεσμα. Ωστόσο, οφείλω να τονίσω ότι, σε σχέση με άλλες ομάδες με αντίστοιχες απαιτήσεις, υπάρχει και ένα ισχυρό αίσθημα κατανόησης.
Πιστεύω ότι όλα αυτά τα χρόνια στην ΤΣΣΚΑ έχουν διαμορφωθεί συγκεκριμένα εσωτερικά standards που καθορίζουν τι θεωρείται αποτυχία. Ο τίτλος είναι πάντα ο στόχος — η απόλυτη επιτυχία — αλλά υπάρχουν και ενδιάμεσα επίπεδα, όπου τα αποτελέσματα μπορούν να είναι αποδεκτά, και από εκεί κρίνεται το έργο σου: οι δυσκολίες που αντιμετώπισες και ο τρόπος που τις διαχειρίστηκες.
Όταν κερδίζει κανείς με την ΤΣΣΚΑ Μόσχας, είναι ανακούφιση ή απλώς επιβεβαίωση της προσδοκίας; Και όταν χάνει, είναι απλώς μια ήττα ή κάτι πιο βαρύ;
Αυτό είναι κάτι πάνω στο οποίο έχω δουλέψει πολύ σε όλη μου τη ζωή. Μεγάλωσα σε κλαμπ όπου η νίκη ήταν αυτονόητη. Στον Παναθηναϊκό το ίδιο, στην ΤΣΣΚΑ το ίδιο, και ακόμη και στη Γαλατασαράι η απαίτηση ήταν πάντα η νίκη. Σε μεγάλους συλλόγους, με μεγάλες προσδοκίες, αυτή η πίεση είναι διαρκώς παρούσα.
Μέσα από όλα αυτά, έχω μάθει ότι η υγιής προσέγγιση είναι να είσαι ευγνώμων για τη νίκη. Πρέπει να την εκτιμάς και να επιτρέπεις στον εαυτό σου να τη χαίρεται, γιατί διαφορετικά δεν της δίνεις πραγματική αξία.
Ταυτόχρονα, χρειάζεται ισορροπία, γιατί αλλιώς τα πράγματα μπορούν εύκολα να ξεφύγουν. Η ήττα δεν είναι καταστροφή! Δεν είναι ένδειξη ότι δεν αξίζεις, και σίγουρα δεν είναι το τέλος του κόσμου. Είναι μέρος του παιχνιδιού. Μια ήττα από μόνη της ποτέ δεν με αποσυντόνισε.
Ανάλογα με την ομάδα και το επίπεδο ανταγωνισμού, θα έχεις φυσιολογικά περισσότερες ή λιγότερες ήττες. Φυσικά, μετά από μια ήττα κάτι έχει πάει λάθος, αλλά το πιο δύσκολο για μένα πάντα ήταν να μάθω να διαχειρίζομαι αυτή τη συνθήκη, ειδικά σε συλλόγους όπου η νίκη μοιάζει δεδομένη.
Έχω επίσης μάθει να εκτιμώ πραγματικά τη νίκη, γιατί πολλές φορές κερδίζαμε παιχνίδια — είτε απέναντι σε πιο αδύναμους είτε σε πιο δυνατούς αντιπάλους — και σχεδόν τα αντιμετωπίζαμε σαν μια προπόνηση που απλώς τελείωσε! Αυτό δεν είναι υγιές. Κάθε νίκη πρέπει να τη σέβεσαι και να την αποτιμάς, ανεξάρτητα από το πλαίσιο.
Ταυτόχρονα, δεν πρέπει να σε τυφλώνει η νίκη. Πρέπει να διαχειρίζεσαι σωστά τα θετικά αποτελέσματα και να μην αφήνεις να κρύβουν τις αδυναμίες σου ή τα στοιχεία που χρειάζονται βελτίωση από ένα παιχνίδι.
Όμως, το πιο δύσκολο κομμάτι ήταν πάντα η διαχείριση αυτής της συναισθηματικής ισορροπίας. Ειδικά στο περιβάλλον μας, υπάρχει συχνά η τάση να αντιμετωπίζεται η ήττα ως κάτι καταστροφικό ή ως ένδειξη ανικανότητας, κάτι που δεν ισχύει. Η ήττα είναι μέρος του παιχνιδιού — δεν μπορείς να την αποφύγεις.
Δεν θέλω νίκες με κάθε κόστος
Τι είδους προπονητής δεν θέλετε ποτέ να γίνετε, ακόμη κι αν αυτό φέρνει αποτελέσματα;
Αυτό είναι κάτι που σκέφτομαι από την πρώτη μέρα που έγινα head coach.
Όλοι κάνουμε συμβιβασμούς, αλλά αυτό που έχω συνειδητοποιήσει είναι ότι δεν θέλω απλώς να κερδίζω παιχνίδια — θέλω να αξίζω τις νίκες μου. Δεν θέλω νίκες με κάθε κόστος. Θέλω να κερδίζω με έναν τρόπο για τον οποίο μπορώ να είμαι περήφανος.
Θέλω να μπορώ να κοιτάζω τους παίκτες μου στα μάτια μετά από έναν αγώνα, τη διοίκηση, αλλά και τον ίδιο μου τον εαυτό στον καθρέφτη, και ακόμη και να μιλάω στην κόρη μου χωρίς να νιώθω υποκριτής ή ότι έκανα κάτι λάθος. Γι’ αυτό για μένα είναι σημαντικό όχι απλώς να κερδίζω, αλλά να κερδίζω με τον σωστό τρόπο. Αυτό έχει για μένα σημασία.
Θέλω επίσης να φέρομαι σωστά στους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάζομαι. Η πιο σημαντική σχέση είναι πάντα αυτή με τους παίκτες. Μέσα στους αγώνες προσπαθώ πραγματικά να μην τους προσβάλλω με τρόπο που τους εκθέτει όταν κάνουν λάθη, αλλά αντίθετα να δείχνω σεβασμό προς όλους: σε όσους είναι στο παρκέ και σε όσους είναι στον πάγκο.
Φυσικά, σε ένα ανταγωνιστικό άθλημα όπως το μπάσκετ, κάποιες φορές πετυχαίνεις και κάποιες όχι. Είμαστε άνθρωποι, έχουμε δυνατά και αδύνατα σημεία και όλοι κάνουμε λάθη. Όμως συνολικά, θέλω να είμαι ένας προπονητής που αξίζει να κερδίζει και που σέβεται τους πάντες γύρω του.

Ποια ήταν η στιγμή που σας «έσπασε» ως προπονητή — όχι ως αποτυχία, αλλά ως σημείο καμπής που άλλαξε τον τρόπο σκέψης σας;
Θεωρώ ότι η πιο καθοριστική περίοδος της ζωής μου ήταν η πρώτη μου σεζόν στη Γαλατασαράι, που ήταν και η πρώτη μου σεζόν ως head coach.
Εκείνη την περίοδο, ιδιαίτερα μέσα σε ένα εξαιρετικό σερί αποτελεσμάτων, η προτεραιότητά μου έγινε η διαχείριση της επιτυχίας. Έλεγα συχνά στον εαυτό μου να μην παρασυρθώ — να μην αποσπαστώ, να παραμείνω προσγειωμένος, να μην υπεραναλύω τα πράγματα και να μην αρχίσω ξαφνικά να πιστεύω ότι είμαι κάτι περισσότερο από αυτό που πραγματικά ήμουν.
Η επόμενη σεζόν ήταν πολύ δύσκολη, με μεγάλη πίεση. Προσπάθησα ως άνθρωπος να το διαχειριστώ, αλλά όσο απαιτητικό κι αν ήταν, πιστεύω ότι με βοήθησε να μάθω πολλά σημαντικά μαθήματα.
Κοιτώντας πίσω, χαίρομαι που το πέρασα. Μπορώ να πω ότι είμαι περήφανος για τον τρόπο που διαχειρίστηκα εκείνες τις δύσκολες στιγμές και όλα όσα χρειάστηκε να αντιμετωπίσω.
Η μεγαλύτερη πρόκληση για την ΤΣΣΚΑ
Η ΤΣΣΚΑ παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα brand στο ευρωπαϊκό μπάσκετ, αλλά τα τελευταία τέσσερα χρόνια βρίσκεται ουσιαστικά εκτός ευρωπαϊκού χάρτη. Πώς διαχειρίζεται ένας οργανισμός αυτή την αντίφαση;
Οι συνθήκες έχουν αλλάξει. Υπάρχουν πράγματα που χρειάζονται προσαρμογή, όπως η οικονομική δομή της ομάδας και το επίπεδο των παικτών που μπορείς να προσελκύσεις σήμερα. Στο παρελθόν, η ΤΣΣΚΑ ήταν ο βασικός προορισμός για τους καλύτερους παίκτες της Ευρώπης. Αυτό πλέον δεν ισχύει.
Αυτό όμως που έχει μείνει — και στο οποίο εστιάζουμε — είναι ότι η ΤΣΣΚΑ πρέπει να διατηρήσει το DNA της και να συνεχίσει με την ίδια σοβαρότητα και αφοσίωση που είχε στην EuroLeague.
Αυτή τη στιγμή, ο μοναδικός μας στόχος είναι να ανταγωνιζόμαστε και να διεκδικούμε τους εγχώριους τίτλους και τα πρωταθλήματα στα οποία συμμετέχουμε. Αυτή είναι η καθημερινή μας δουλειά: να προσπαθούμε να κάνουμε τα πράγματα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, με απόλυτο επαγγελματισμό και αφοσίωση, ώστε όταν έρθει η στιγμή της επιστροφής στην Ευρώπη, να είμαστε έτοιμοι να μεταφέρουμε αυτή τη νοοτροπία.
Ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση για την ΤΣΣΚΑ Μόσχας σήμερα: η κατάκτηση τίτλων ή η διατήρηση των standards επιπέδου EuroLeague σε καθημερινή βάση χωρίς να συμμετέχει στην EuroLeague;
Θα έλεγα ότι, κατά κάποιο τρόπο, αυτά τα δύο συνδέονται.
Η διατήρηση της δομής και της οργάνωσης του συλλόγου σε επίπεδο EuroLeague είναι κάτι που είναι πλήρως υπό τον έλεγχό μας. Η ΤΣΣΚΑ παραμένει ένας οργανισμός κορυφαίου επιπέδου, όπως ήταν πάντα.
Εσωτερικά, τα standards είναι πολύ υψηλά. Θα έλεγα μάλιστα ότι το περιβάλλον, οι εγκαταστάσεις και η συνολική οργάνωση βρίσκονται σε ιδανικό επίπεδο. Φυσικά, υπάρχουν πάντα περιθώρια βελτίωσης, αλλά μιλάμε ξεκάθαρα για επίπεδο EuroLeague. Ακόμη και μέσα στην ίδια την EuroLeague σήμερα, σε επίπεδο οργάνωσης και τεχνογνωσίας, λίγες ομάδες μπορούν να φτάσουν αυτό που έχουμε εδώ!
Ωστόσο, για να λειτουργείς σωστά, χρειάζεσαι και τη νοοτροπία μιας ομάδας που στοχεύει πάντα στους τίτλους. Όπως είπα και πριν, πρέπει να λειτουργείς σαν το πρώτο σου βήμα να είναι πάντα η νίκη. Αυτή η νοοτροπία είναι διαφορετική από το ίδιο το περιβάλλον της EuroLeague.
Η δυσκολία είναι ότι όταν το επίπεδο ανταγωνισμού δεν είναι το ίδιο, δεν έχεις πάντα εκείνη την εξωτερική πίεση που σε αναγκάζει να εξελίσσεσαι, να πιέζεις περισσότερο και να καινοτομείς συνεχώς.
Υπάρχει κίνδυνος η ΤΣΣΚΑ Μόσχας να «συνηθίσει» στον αποκλεισμό; Ή λειτουργεί κάθε μέρα να σαν να επιστρέφει αύριο στη EuroLeague;
Και τα δύο ισχύουν. Είναι μια πραγματικότητα ότι αυτός ο κίνδυνος υπάρχει, και είναι κάτι που πρέπει πάντα να έχουμε στο μυαλό μας, ώστε να μην γίνει η ίδια μας η πραγματικότητα.
Όμως η ΤΣΣΚΑ έχει συγκεκριμένα standards μέσα στον σύλλογο και λειτουργεί πάντα βάσει αυτών. Ως ομάδα, προσεγγίζουμε κάθε παιχνίδι με απόλυτη συγκέντρωση, σωστή προετοιμασία, άριστες συνθήκες προπόνησης και επαγγελματίες παίκτες που είναι προσηλωμένοι στο να δίνουν το κάτι παραπάνω για την ομάδα. Ο σύλλογος προσφέρει το καλύτερο δυνατό περιβάλλον, ώστε παίκτες και προπονητές να μπορούν να εστιάζουν αποκλειστικά στο μπάσκετ και στη δουλειά τους.
Ταυτόχρονα, αν κάποια στιγμή χάσεις από τα μάτια σου προς τα πού κινείσαι — αν ξεχάσεις τον στόχο και αυτό που προσπαθείς να πετύχεις — υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να μείνεις πίσω και να χάσεις όσα έχουμε χτίσει με κόπο όλα αυτά τα χρόνια.
Είναι ένας πραγματικός κίνδυνος, που δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε.
Υπήρξαν παίκτες που προτίμησαν το EuroCup
Πόσο δύσκολο είναι να πείσετε έναν παίκτη να έρθει σε έναν σύλλογο κορυφαίου επιπέδου όταν δεν μπορείτε να του προσφέρετε τη μεγαλύτερη ευρωπαϊκή σκηνή;
Έχω δουλέψει με παίκτες με τους οποίους είχα πολύ καλές συζητήσεις στη διαδικασία του recruiting. Είναι μια διαδικασία που μάλιστα απολαμβάνω. Πριν έρθει ένας παίκτης στην ομάδα ή όταν συζητάμε μια πιθανή μετακίνηση, μου αρέσει να εξηγώ τα πάντα πολύ καθαρά: τον ρόλο που θα έχει, τι περιμένουμε από εκείνον και τι τον περιμένει εδώ.
Σε κάποιες περιπτώσεις είχα την τύχη να υπάρξουν πολύ θετικές συζητήσεις που άφησαν και τις δύο πλευρές ικανοποιημένες. Σε άλλες, ακόμη και μετά από πολύ καλές κουβέντες, παίκτες επέλεξαν να πάνε αλλού — όχι μόνο σε ομάδες της EuroLeague, αλλά κάποιες φορές ακόμη και σε ομάδες του EuroCup — γιατί ένιωσαν ότι αυτό ήταν το σωστό βήμα για την καριέρα τους. Το σέβομαι απόλυτα.
Έχω επίσης αντιμετωπίσει παίκτες που είχαν αμφιβολίες για το αν πρέπει να έρθουν σε αυτό το περιβάλλον, δίχως να γνωρίζουν καλά τη Ρωσία, έχοντας λανθασμένες αντιλήψεις και θεωρώντας ότι είναι ένα μέρος όπου ένας παίκτης μπορεί να “εξαφανιστεί”, κάτι που δεν ισχύει. Στα χρόνια αυτά έχουμε δει πολλούς παίκτες να μετακινούνται από τη VTB στην EuroLeague, οπότε αυτή η εικόνα συχνά δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Σε κάθε περίπτωση, κατανοούμε ότι κάθε παίκτης παίρνει αποφάσεις με βάση τη ζωή του, την οικογένειά του και την καριέρα του. Σεβόμαστε αυτές τις αποφάσεις, ακόμη κι όταν θεωρούμε ότι η αιτιολόγηση δεν είναι πάντα σωστή.
Το βασικό, όμως, είναι το εξής: στη σημερινή συγκυρία δεν αντιμετωπίζουμε κανέναν παίκτη που επιλέγει να έρθει στην ΤΣΣΚΑ ως κάποια χάρη προς τον σύλλογο! Αν ένας παίκτης έχει πολλές αμφιβολίες ή δεν είναι απόλυτα πεπεισμένος για την επιλογή του, προτιμούμε να μη συνεργαστούμε. Θέλουμε παίκτες που έρχονται εδώ με απόλυτη δέσμευση, καθαρό μυαλό και πλήρη πίστη σε αυτό που πάμε να χτίσουμε.
Αν ένας παίκτης δεν είναι 100% committed σε αυτή την ομάδα, τότε είναι καλύτερο και για τις δύο πλευρές να μην προχωρήσει η συνεργασία.

Τι έχει βελτιώσει η ομάδα αυτά τα χρόνια, ακριβώς επειδή χρειάστηκε να λειτουργήσει υπό διαφορετικές συνθήκες;
Η μεγαλύτερη διαφορά, κατά τη γνώμη μου, είναι η σταθερότητα που έχουμε πλέον στο ρόστερ. Τα τελευταία χρόνια μάθαμε να εκτιμάμε την αξία της συνέχειας: παίκτες που μένουν μαζί για μεγάλο διάστημα και μια ομάδα που παραμένει ενωμένη για χρόνια.
Έτσι, έχουμε απομακρυνθεί από αυτό που βλέπουμε συχνά στην Ευρώπη, όπου κάθε καλοκαίρι φέρνει μεγάλες αλλαγές. Αυτό για μένα δεν είναι δεδομένο. Η ιδανική κατάσταση δεν είναι να χτίζεις από την αρχή κάθε χρόνο, αλλά να έχεις μια ομάδα τόσο καλά δομημένη και με τόσο καλές συνθήκες, ώστε να μην χρειάζεται συνεχές rebuilding.
Αυτό είναι κάτι που κάνουμε διαφορετικά σε σχέση με το παρελθόν. Δεν κάνουμε πλέον μεγάλες αλλαγές — μόνο μικρές προσαρμογές όταν χρειάζεται. Παράλληλα, έχουμε ένα πολύ ισχυρό γκρουπ Ρώσων παικτών, το οποίο έχει “δέσει” καλά, τόσο σε επίπεδο προσέγγισης όσο και φιλοσοφίας, μέσα από διαφορετικά προφίλ.
Έχουμε έμπειρους παίκτες με παραστάσεις επιπέδου EuroLeague, όπως ο Νικίτα Κουρμπανόφ και ο Σεμέν Αντόνοφ, δίπλα σε παίκτες που βρίσκονται χρόνια στο σύστημα και έχουν μεγαλώσει μέσα σε αυτό — όπως ο Αντόν Αστάπκοβιτς και ο Ιβάν Ούχοβ — οι οποίοι πλέον έχουν σημαντικούς ρόλους ενώ βρίσκονται και σε ηλικία γύρω στα 30. Και έχουμε και μια νέα γενιά που έρχεται, μαθαίνει από αυτούς, “απορροφά” το DNA της ομάδας, ώστε να υπάρχει ένας σωστός κύκλος και μια μακροπρόθεσμη δομή που διατηρεί την ταυτότητα και τη συνέχεια.
Κατά τη γνώμη μου, αυτό είναι κάτι που δεν είχαμε στο παρελθόν και αποτελεί μία από τις πιο σημαντικές κερδισμένες παραμέτρους για την ΤΣΣΚΑ, ειδικά σε ό,τι αφορά την εξέλιξη των εγχώριων παικτών.
Την περσινή σεζόν, για πρώτη φορά, η ΤΣΣΚΑ έπαιξε και με λιγότερους ξένους παίκτες. Επιτρέπονται έξι ξένοι στο πρωτάθλημα και εμείς παίξαμε με πέντε — όχι λόγω ανάγκης ή τραυματισμών, αλλά γιατί έτσι ήταν δομημένη συνειδητά η ομάδα.
Εμπιστευόμαστε τον ρωσικό κορμό μας, και αυτός δεν προωθείται με βάση την εθνικότητα, αλλά γιατί αποτελεί θεμελιώδες κομμάτι της ομάδας που θέλουμε να χτίσουμε.
Εκτός Ρωσίας υπάρχει η αίσθηση ότι το επίπεδο έχει πέσει λόγω της απομόνωσης. Από τη δική σας καθημερινή εμπειρία, θεωρείτε ότι αυτή η εικόνα είναι δίκαιη ή απέχει από την πραγματικότητα;
Σίγουρα μας λείπουν τα μεγάλα ονόματα και οι κορυφαίοι παίκτες που είχαμε στο παρελθόν. Όχι ότι οι παίκτες που υπάρχουν τώρα δεν είναι υψηλού επιπέδου — το ρωσικό μπάσκετ παραμένει ανταγωνιστικό και οι αθλητές είναι ποιοτικοί — αλλά αν το συγκρίνεις με τα χρόνια που η ΤΣΣΚΑ, η Ζενίτ ή η Ούνικς έπαιζαν στην EuroLeague, με τους παίκτες και τους προπονητές που υπήρχαν τότε, ναι, βρισκόμαστε σε χαμηλότερο επίπεδο.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το επίπεδο είναι χαμηλό. Είναι άλλο πράγμα να πεις ότι δεν είμαστε εκεί που ήμασταν και άλλο να πεις ότι το επίπεδο είναι κακό. Όσοι έχουν παίξει απέναντί μας σε φιλικά παιχνίδια ή μας έχουν παρακολουθήσει από κοντά, νομίζω το αντιλαμβάνονται αυτό.
Από έξω, πολλοί κρίνουν βλέποντας μόνο τα ονόματα στα χαρτιά. Όμως όταν δεις πραγματικά το μπάσκετ και την ανταγωνιστικότητα μέσα στο γήπεδο, η εικόνα είναι διαφορετική.
Ταυτόχρονα, θέλω να τονίσω ότι η VTB League έχει εξελιχθεί ως διοργάνωση. Επειδή πλέον αποτελεί τον βασικό στόχο όλων των ομάδων της, το επίπεδο αφοσίωσης είναι πολύ υψηλό. Ειδικά στο πρώτο γκρουπ — τέσσερις, ίσως έξι ομάδες — υπάρχει πραγματικός ανταγωνισμός.
Κανένα παιχνίδι δεν θεωρείται δεδομένο πλέον και βλέπουμε συχνά πολύ ανταγωνιστικά ματς, με μεγάλες διακυμάνσεις και ένταση. Είναι παιχνίδια που γεμίζουν τα γήπεδα. Οπότε ναι, σε σχέση με το παρελθόν το επίπεδο έχει πέσει σε έναν βαθμό, αλλά ταυτόχρονα το πρωτάθλημα έχει γίνει πιο ισορροπημένο και πιο ανταγωνιστικό.
Αν η σημερινή ΤΣΣΚΑ επέστρεφε στην EuroLeague, θα ήταν άμεσα ανταγωνιστική ή θα χρειαζόταν περίοδο προσαρμογής;
Πιστεύω ότι σίγουρα θα χρειαζόταν μια περίοδο προσαρμογής. Θα απαιτούνταν μια διαδικασία rebuilding, ειδικά αν σκεφτεί κανείς πόσο ανταγωνιστική έχει γίνει η EuroLeague και πόσο γρήγορα εξελίσσεται το οικονομικό περιβάλλον στο ευρωπαϊκό μπάσκετ.
Δεν μπορούμε να θεωρούμε δεδομένο ότι η ΤΣΣΚΑ θα επέστρεφε αύριο και θα ήταν αμέσως η ίδια ομάδα που όλοι περίμεναν να βρίσκεται κάθε χρόνο στη συζήτηση για Final Four στην αρχή της σεζόν.
Αυτή η θέση έχει χαθεί τα τελευταία χρόνια και πρέπει να ξαναχτιστεί. Και αυτό χρειάζεται χρόνο. Είναι μια διαδικασία που δεν μπορεί να επισπευσθεί.
Σε έναν σύλλογο με τόσο βαριά κληρονομιά, πόσο χώρο έχει πραγματικά ένας προπονητής για να επιβάλει τη δική του φιλοσοφία;
Υπάρχει σίγουρα χώρος. Είναι ευθύνη του προπονητή να επενδύσει χρόνο και ενέργεια στη δική του φιλοσοφία. Στη συγκεκριμένη ομάδα, θα έλεγα ότι είναι μάλιστα πιο εύκολο, γιατί οι φιλοσοφίες μας ταυτίζονται. Στον πυρήνα τους, έχουν εξελιχθεί μαζί.
Βρέθηκα στον σύλλογο για πρώτη φορά το 2013, οπότε μιλάμε για πολλά χρόνια πλέον. Έχουμε εξελιχθεί όλοι μαζί και, ως αποτέλεσμα, υπάρχει κοινή νοοτροπία και κοινή κατεύθυνση.
Οι τίτλοι της VTB League είναι πιθανότατα η πιο σημαντική επιτυχία της καριέρας μου
Ο Αντρέι Βατούτιν είναι από τους μακροβιότερους και πιο επιδραστικούς παράγοντες του ευρωπαϊκού μπάσκετ. Ποιο είναι το μεγαλύτερο μάθημα που έχετε πάρει δουλεύοντας δίπλα του;
Ο Αντρέι είναι ένας άνθρωπος που, παρά το μεγάλο του πάθος για το μπάσκετ και το πόσο βαθιά αγαπά αυτό που κάνει, διατηρεί πάντα την ψυχραιμία του. Σε αντίθεση με πολλούς ανθρώπους στο ευρωπαϊκό μπάσκετ, δεν παίρνει ποτέ αποφάσεις εν θερμώ.
Όποια κι αν είναι η κατάσταση — πίεση, δυσκολία ή ακόμη και στιγμές ενθουσιασμού — κάνει πάντα ένα βήμα πίσω για να δει τα πράγματα αντικειμενικά. Και στο σημερινό ευρωπαϊκό μπάσκετ αυτό είναι κάτι σπάνιο και εξαιρετικά πολύτιμο.
Για εμάς ως σύλλογο, αυτό αποτελεί μεγάλο πλεονέκτημα. Δεν αντιδρούμε συναισθηματικά, δεν πηγαίνουμε από το ένα άκρο στο άλλο. Υπάρχει σταθερότητα, εμπιστοσύνη και ξεκάθαρη κατανόηση του πλάνου.
Δεν χάνουμε τον στόχο μας ως ομάδα και δεν αλλάζουμε κατεύθυνση λόγω ενός αποτελέσματος ή μιας στιγμής απογοήτευσης. Όλα γίνονται με συνέπεια, και αυτό είναι πολύ σημαντικό.
Είναι πραγματικό προνόμιο για έναν προπονητή να εργάζεται σε ένα τέτοιο περιβάλλον. Δυστυχώς, δεν έχουν πολλοί προπονητές στην Ευρώπη αυτή τη σταθερότητα. Για μένα, αυτό είναι το σημαντικότερο μάθημα.
Τι είναι αυτό που κάνει την ΤΣΣΚΑ διαφορετική ως οργανισμό σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη ομάδα στην οποία έχετε εργαστεί;
Αν έπρεπε να το συνοψίσω σε μία λέξη, θα έλεγα ισορροπία.
Έχω δουλέψει σε Ελλάδα και Τουρκία, όπου το πάθος είναι μέρος του DNA του μπάσκετ. Αυτό το πάθος μπορεί να είναι η μεγαλύτερη δύναμή σου — σε ωθεί, σε ανεβάζει, εκτοξεύει τις απαιτήσεις. Αλλά μπορεί και να γίνει καταστροφικό. Επηρεάζει τον σύλλογο, τους παίκτες, τον προπονητή. Το πάθος πάντα έχει δύο όψεις.
Στην ΤΣΣΚΑ, και γενικότερα στη Ρωσία, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Υπάρχει μεγαλύτερη ισορροπία. Δεν θα γίνεις θρύλος επειδή κατέκτησες έναν τίτλο, αλλά δεν θα βρεθείς υπό αμφισβήτηση επειδή έχασες ένα παιχνίδι. Προσωπικά, θεωρώ ότι αυτό είναι ένα πολύ πιο υγιές περιβάλλον.
Φυσικά, υπάρχουν στιγμές που μου λείπει αυτό το βαλκανικό ταπεραμέντο γύρω από το παιχνίδι. Αλλά ξέρω και το τίμημα που συχνά το συνοδεύει. Και αυτό με κάνει να εκτιμώ ακόμη περισσότερο αυτό που έχουμε εδώ.
Κάθε μπασκετική κουλτούρα έχει τα δυνατά και τα αδύναμα σημεία της. Το κλειδί είναι να καταλαβαίνεις το περιβάλλον στο οποίο βρίσκεσαι, να ξέρεις τι απαιτεί από σένα και να μαθαίνεις πώς να εξελίσσεσαι μέσα σε αυτό.

Έξι τίτλοι σε δυο χρόνια, τρία συνεχόμενα πρωταθλήματα VTB, δύο Super Cup και ένα Κύπελλο Ρωσίας… Νιώθετε ότι αυτές οι επιτυχίες αναγνωρίζονται όσο τους αξίζει ή «χάνονται» επειδή η ομάδα απουσιάζει από τις ευρωπαϊκές διοργανώσεις;
Δεν μπορώ να μιλήσω για το πώς το βλέπουν οι άλλοι. Δεν ξέρω τι σκέφτονται οι φίλαθλοι ή πώς αξιολογείται απ’ έξω η επιτυχία μας. Μπορώ μόνο να σας πω τι σημαίνει για μένα.
Ένα πράγμα που έχω μάθει με τα χρόνια είναι να σέβομαι κάθε τίτλο. Αν πιστεύεις ότι ένα πρωτάθλημα δεν έχει αξία λόγω των συνθηκών ή του επιπέδου ανταγωνισμού, τότε μάλλον δεν καταλαβαίνεις τι σημαίνει να το κατακτάς.
Είτε πρόκειται για τους τελικούς του NBA είτε για ένα εγχώριο πρωτάθλημα, η κατάκτηση ενός τροπαίου απαιτεί πάντα τις ίδιες αρετές: πειθαρχία, συνέπεια, ανθεκτικότητα και ικανότητα να ξεπερνάς τις δυσκολίες. Αυτές οι αρχές δεν αλλάζουν.
Είχα την τύχη να κατακτήσω την EuroLeague ως assistant coach, μαζί με πολλά ακόμη τρόπαια. Όμως αυτοί οι τίτλοι στη VTB League, ως head coach, είναι πιθανότατα η πιο σημαντική επιτυχία της καριέρας μου!
Ίσως απ’ έξω να μην αναγνωρίζεται πλήρως. Αλλά εγώ ξέρω τι απαιτήθηκε από όλους μας — οι θυσίες, οι απογοητεύσεις, η αβεβαιότητα και ο χαρακτήρας που χρειάστηκε να δείξει αυτός ο σύλλογος κάθε μέρα.
Γι’ αυτό και είμαι περήφανος. Όχι μόνο επειδή κερδίσαμε, αλλά επειδή για να φτάσουμε εκεί έπρεπε να γίνουμε κάτι συγκεκριμένο. Αυτά τα δύο χρόνια με έχουν διαμορφώσει όσο λίγα πράγματα στην καριέρα μου.
Πόσο διαφορετικό είναι να χτίζετε κίνητρο όταν η EuroLeague δεν είναι πλέον ο απόλυτος στόχος της σεζόν;
Για μένα, το κίνητρο είναι το παν. Είναι αυτό που κινεί τα πάντα. Το ταλέντο από μόνο του δεν σημαίνει τίποτα, αν δεν υπάρχει αυτή η εσωτερική ανάγκη για ανταγωνισμό και νίκη.
Γι’ αυτό πάντα προσπαθώ να χτίζω ομάδες με παίκτες που έχουν αυτό το mindset — παίκτες που έχουν κίνητρο, που ανταγωνίζονται με τον ίδιο τρόπο κάθε μέρα. Είτε πρόκειται για την EuroLeague, είτε για τη VTB League, είτε ακόμη και για ένα χαλαρό παιχνίδι με φίλους, αυτή η “φλόγα” πρέπει να υπάρχει. Δεν αλλάζει.
Το κίνητρο, όπως το βλέπω εγώ, δεν είναι εξωτερικό. Δεν εξαρτάται από τη διοργάνωση στην οποία συμμετέχεις. Προέρχεται από μέσα σου. Αν θέλεις να είσαι ο καλύτερος σε αυτό που κάνεις, δεν έχει σημασία πού αγωνίζεσαι — η νοοτροπία πρέπει να παραμένει ίδια.
Στο τέλος, δεν είναι θέμα επιπέδου διοργάνωσης. Είναι θέμα των standards που βάζεις στον εαυτό σου.
Αν κοιτάξετε το βιογραφικό σας σε δέκα χρόνια, ποια θέση πιστεύετε ότι θα καταλαμβάνει η ΤΣΣΚΑ; Είναι ήδη το σημαντικότερο κεφάλαιο της καριέρας σας;
Η ΤΣΣΚΑ είναι σίγουρα ο σύλλογος στον οποίο έχω εξελιχθεί περισσότερο. Εκεί έκανα τα μεγαλύτερα βήματα, έζησα τις πιο έντονες στιγμές και εκεί μου δόθηκε εμπιστοσύνη σε μια πολύ σημαντική φάση της καριέρας μου.
Ταυτόχρονα, πρέπει να αναφέρω και τον Παναθηναϊκό, όπου ξεκίνησα. Μεγάλωσα μέσα στον σύλλογο και έμεινα εκεί μέχρι τα 30+ μου. Αυτή η συνέχεια δεν είναι κάτι που μπορείς να το θεωρείς δεδομένο.
Χωρίς αυτή τη βάση, δεν θα ήμουν έτοιμος για ό,τι ακολούθησε.
Αλλά στο τέλος, κάθε βήμα μετράει. Δεν μπορείς να απομονώσεις μία στιγμή και να πεις ότι αυτή ορίζει την καριέρα σου. Είναι όλη η διαδρομή που σε διαμορφώνει.
Ο Παναθηναϊκός και η γνώση της άγνοιάς μου
Έχετε δουλέψει δίπλα στον Ζέλικο Ομπράντοβιτς και στη συνέχεια χαράξατε τη δική σας πορεία. Ποια είναι η μεγαλύτερη διαφορά ανάμεσα στον Ανδρέα Πιστιόλη του 2005 και στον προπονητή του 2026;
Θέλω να πιστεύω ότι είμαι πιο ώριμος πλέον, και αυτό είναι σημαντικό. Με τα χρόνια έχω αποκτήσει εμπειρίες και γνώσεις — πράγματα που τότε δεν είχα καν συνειδητοποιήσει ότι έπρεπε να μάθω.
Το μπάσκετ δεν είναι μονοδιάστατο. Ο τρόπος που είσαι ως άνθρωπος — η φιλοσοφία σου, η προσωπικότητά σου — όλα αυτά επηρεάζουν το πώς προπονείς και πώς βλέπεις το παιχνίδι.
Νιώθω ότι είμαι ένας πολύ διαφορετικός άνθρωπος πλέον. Έχω εξελιχθεί με έναν τρόπο που με ικανοποιεί, και ταυτόχρονα χαίρομαι για όσα κατάφερα να κρατήσω αναλλοίωτα μέσα μου.
Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα όταν πρωτοήρθα στον Παναθηναϊκό ήταν η γνώση της άγνοιάς μου. Δεν μπήκα ποτέ πιστεύοντας ότι τα ξέρω όλα ή ότι πήγαινα να επιβάλω μια φιλοσοφία. Πήγα για να μάθω — τι μπορώ να κάνω και τι πρέπει να βελτιώσω.
Και αυτό δεν έχει αλλάξει. Δεν πιστεύω ότι έχω φτάσει στο όριο όσων μπορώ να μάθω ή σε κάποιο τελικό “ταβάνι” εξέλιξης. Αυτή η επίγνωση μπήκε από νωρίς μέσα μου και προσπαθώ να την κρατάω μέχρι σήμερα.
Υπάρχει αίσθηση μοναξιάς στο να είστε head coach της ΤΣΣΚΑ σήμερα, χωρίς τη διεθνή σκηνή ως σημείο αναφοράς;
Αν μη τι άλλο, υπάρχει μια αίσθηση μοναξιάς.
Γενικά, η δουλειά του head coach είναι μοναχική. Υπάρχουν πολλές διοργανώσεις, πολλά παιχνίδια, αλλά στο τέλος, όταν πρέπει να παρθούν οι αποφάσεις — αυτή είναι δική σου ευθύνη. Και εκεί βρίσκεται η ουσία του ρόλου: στη λήψη αποφάσεων.
Πρέπει να πάρεις γρήγορες αποφάσεις. Δύσκολες αποφάσεις. Και χρειάζεται το θάρρος να τις στηρίξεις, είτε βγουν σωστές είτε όχι. Δεν είναι θέμα απλό “σωστό ή λάθος” — είναι θέμα ευθύνης.
Με αυτή την έννοια, είναι μια μοναχική διαδικασία. Είναι εσωτερική, και είτε δουλεύεις στη VTB είτε στην EuroLeague, αυτό δεν αλλάζει.
Αυτό που ίσως λείπει είναι το επιπλέον επίπεδο πρόκλησης που προσφέρει ο κορυφαίος ανταγωνισμός. Και αυτό έχει σημασία. Γι’ αυτό είναι σημαντικό να δοκιμάζεις συνεχώς τον εαυτό σου απέναντι στους καλύτερους και στις πιο απαιτητικές συνθήκες.
Τι έχετε μάθει για τον εαυτό σας μέσα σε αυτή τη μοναδική περίοδο — κάτι που ίσως δεν θα είχατε ανακαλύψει σε άλλο σύλλογο;
Η μεγαλύτερη διαφορά είναι ότι μου έχει δοθεί η ελευθερία να δουλέψω με τον τρόπο που θέλω. Αυτό μου επέτρεψε να εξελιχθώ μέσα από τις δικές μου επιλογές, και όχι να διαμορφωθώ από εξωτερικές συνθήκες.
Αυτό είναι πιθανότατα το μεγαλύτερο πλεονέκτημα που μου έχει δώσει η ΤΣΣΚΑ — ότι μου έχει επιτρέψει να αναπτυχθώ προς την κατεύθυνση που πιστεύω.
Όσο για το τι θα μπορούσα να είχα μάθει αλλού, δεν μπορούμε ποτέ να το ξέρουμε πραγματικά. Και αυτό, από μόνο του, είναι επίσης ένα σημαντικό μάθημα.
Παρακολουθείτε πλέον την EuroLeague ως θεατής. Υπάρχει κάτι που βλέπετε να αλλάζει στο ευρωπαϊκό μπάσκετ και πιστεύετε ότι η ΤΣΣΚΑ Μόσχας θα πρέπει να προσαρμοστεί όταν επιστρέψει;
Όσο αυξάνονται τα παιχνίδια και όσο οι παίκτες γίνονται πιο αθλητικοί, τόσο λιγότερος χρόνος απομένει σε έναν προπονητή για την κλασική προετοιμασία ενός αγώνα.
Πλέον στη EuroLeague είναι λιγότερο θέμα λεπτομερούς καθημερινής προετοιμασίας και περισσότερο θέμα χτισίματος μιας ισχυρής φιλοσοφίας από πριν — και στη συνέχεια διαχείρισης του αγώνα μέσα από την αλληλεπίδραση των παικτών. Η φάση της προετοιμασίας, που παλιά ήταν τεράστιο κομμάτι, εξακολουθεί να υπάρχει, αλλά έχει ξεκάθαρα περιοριστεί.
Απλώς δεν υπάρχει χρόνος. Το πρόγραμμα είναι ασφυκτικό, οι απαιτήσεις συνεχείς.
Και νομίζω ότι το μπάσκετ αλλάζει και με έναν ακόμη σημαντικό τρόπο: το περιβάλλον γύρω από τους παίκτες γίνεται εξίσου σημαντικό με την ίδια την προπονητική διαδικασία. Μιλάμε για γυμναστές, φυσιοθεραπευτές, ψυχολόγους, διατροφολόγους — όλο το σύστημα υποστήριξης εκτός παρκέ.
Αν γυρίσουμε 15–20 χρόνια πίσω, ήταν εντελώς διαφορετικά. Η έμφαση ήταν κυρίως στους προπονητές και στις μπασκετικές αποφάσεις. Σήμερα, το staff είναι τεράστιο — σε κάποιες περιπτώσεις μεγαλύτερο ακόμη και από το ρόστερ.
Με πολλούς τρόπους, κινούμαστε προς ένα μοντέλο NBA ή ακόμα και ποδοσφαίρου.
Και πιστεύω ότι εκεί πάει το πράγμα. Όσο περισσότερο επενδύεις στους παίκτες, τόσο περισσότερο πρέπει να επενδύεις και στην προστασία τους. Είναι απλό: ό,τι επενδύεις, το προστατεύεις.
Γιατί πλέον, ένας τραυματισμός μπορεί να αλλάξει τα πάντα. Ένας παίκτης μπορεί να καθορίσει μια ολόκληρη σεζόν. Άρα το περιβάλλον γύρω από την ομάδα γίνεται ολοένα και πιο κρίσιμο — και σε κάποιες περιπτώσεις εξίσου σημαντικό με την ίδια την προπονητική.

Πιστεύω ότι η ΤΣΣΚΑ θα επιστρέψει στην Ευρώπη
Η μεγαλύτερη επιτυχία αυτών των δύο ετών δεν είναι κάποιος τίτλος, αλλά το ότι η ΤΣΣΚΑ κατάφερε να μην χάσει την ταυτότητά της. Συμφωνείτε με αυτή τη διαπίστωση ή θεωρείτε ότι η ομάδα αναγκάστηκε να γίνει κάτι διαφορετικό;
Συμφωνώ με αυτό. Σε κάποια στιγμή υπήρχε πραγματικός κίνδυνος να χαθεί η εικόνα του τι πρεσβεύει η ΤΣΣΚΑ — και γιατί αυτός ο σύλλογος έχει συνδεθεί ιστορικά με τίτλους και σταθερή παρουσία σε Final Four. Αυτό δεν συνέβη, και είναι πολύ σημαντικό.
Καταφέραμε να διατηρήσουμε αυτή την “τεχνογνωσία” της νίκης και της επιτυχίας.
Φυσικά, η αλλαγή είναι αναπόφευκτη. Αλλά η αλλαγή δεν είναι κάτι αρνητικό — είναι εξέλιξη. Το ζητούμενο είναι να μην χάνεις την ταυτότητά σου μέσα σε αυτή τη διαδικασία, και πιστεύω ότι εμείς δεν τη χάσαμε.
Γι’ αυτό πρέπει πάντα να είσαι σε εγρήγορση και να προστατεύεις ό,τι έχεις χτίσει.
Πιστεύετε πραγματικά ότι θα δούμε την ΤΣΣΚΑ πίσω στην EuroLeague; Και αν συμβεί, θα είναι μια απλή επιστροφή ή θα χρειαστεί η ομάδα να ξανσυστηθεί στο ευρωπαϊκό μπάσκετ;
Πιστεύω ότι η ΤΣΣΚΑ θα επιστρέψει στην Ευρώπη. Μπορεί να χρειαστεί να δούμε πώς θα εξελιχθεί συνολικά το ευρωπαϊκό μπάσκετ, αλλά είμαι πεπεισμένος ότι κάποια στιγμή αυτό θα συμβεί. Στην αρχή μπορεί να υπάρξουν δυσκολίες, αλλά η προσαρμογή έρχεται πάντα.
Στο τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι εδώ και χιλιάδες χρόνια η έννοια του ανθρωπισμού βασίζεται στην ενότητα — στο να ξεπερνάμε τις διαφορές και να εστιάζουμε σε όσα μας φέρνουν κοντά. Αυτό, θεωρητικά, είναι και ο ρόλος του αθλητισμού: να φέρνει κοντά ανθρώπους από διαφορετικές χώρες, για να μοιράζονται και να γιορτάζουν το ίδιο παιχνίδι.
Δεν ξέρουμε αν αυτό θα είναι η EuroLeague ή κάποια άλλη διοργάνωση, ούτε αν θα συμβεί σε έναν χρόνο ή σε πέντε. Αλλά είμαι βέβαιος ότι θα έρθει η στιγμή που η ΤΣΣΚΑ — και το ρωσικό μπάσκετ γενικότερα — θα επιστρέψουν στην Ευρώπη.
Γιατί, στο τέλος, ο αθλητισμός είναι η αναζήτηση του κοινού τόπου. Η ειρηνική διαχείριση των διαφορών και η ανάδειξη αυτού που μας ενώνει, αντί για αυτό που μας χωρίζει.
Φυσικά, το πώς θα γίνει αυτή η επανένταξη είναι δύσκολο να προβλεφθεί τώρα. Η λογική λέει ότι θα χρειαστεί χρόνος και μια διαδικασία επαναδόμησης. Αλλά υπάρχει θέληση — και αυτό είναι πάντα η αρχή.
Photo credits: Μάρκος Χουζούρης – Eurokinissi