Όταν η Μύκονος συνάντησε το μπάσκετ: Μια διαφορετική ιστορία στο Νησί των Ανέμων

Συνεντεύξεις

Όταν η Μύκονος συνάντησε το μπάσκετ: Μια διαφορετική ιστορία στο Νησί των Ανέμων

Η Μύκονος έχει καθιερωθεί ως ένας από τους πιο ξακουστούς προορισμούς του κόσμου, ένα παγκόσμιο brand, με σημεία αναφοράς τα λευκά σπίτια με τα μπλε ξύλινα παράθυρα, τη Μικρή Βενετία και τους εμβληματικούς Ανεμόμυλους, που συνεχίζουν να προσφέρουν απλόχερα εντυπωσιακή θέα προς το Αιγαίο και το ηλιοβασίλεμα.

Την ίδια στιγμή, η Μύκονος Betsson καλείται να αποδείξει ότι το Νησί των Ανέμων δεν είναι απλώς ένας πόλος έλξης για επισκέπτες από όλο τον κόσμο, αλλά ένας τόπος όπου μπορούν να γεννηθούν νέες αθλητικές ιστορίες, με μια ομάδα που αποτελεί πλέον μέρος της ταυτότητας και της καθημερινότητας του νησιού.

Η σεζόν 2026/27 θα βρει τη Μύκονο να αγωνίζεται για πρώτη φορά στην ιστορία της στο FIBA Europe Cup και ο Ντέβιν Κάναντι εξηγεί στο SKWEEK τι σημαίνει να παίζεις μπάσκετ σε έναν προορισμό που είναι περισσότερο γνωστός για τη διασκέδαση παρά για τον ανταγωνισμό και πώς μέσα από αυτή την ιδιαίτερη αντίθεση το άθλημα απέκτησε ένα βαθύτερο νόημα, βασισμένο στην κοινότητα και το αίσθημα του ανήκειν.

Γύρισέ μας πίσω στην πρώτη σου μέρα στη Μύκονο. Ποιες είναι οι πρώτες εικόνες που σου έρχονται στο μυαλό;

«Φτάσαμε στη Μύκονο ως ομάδα στις 4 Οκτωβρίου, με το πλοίο. Από τη στιγμή που πλησιάζεις το νησί, καταλαβαίνεις ότι έχει μια ξεχωριστή ενέργεια. Είναι κάτι που το νιώθεις αμέσως.

Το γήπεδο δεν ήταν ακόμη έτοιμο για να φιλοξενήσει επίσημους αγώνες, όμως είχαμε προπόνηση το ίδιο βράδυ. Από την πρώτη κιόλας μέρα έβλεπες τους πάντες να δουλεύουν ασταμάτητα, ώστε να είναι όλα έτοιμα για το παιχνίδι με τον Ολυμπιακό.

Τότε δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι για πολλές επιχειρήσεις στο νησί εκείνες οι μέρες σήμαιναν το τέλος της τουριστικής σεζόν. Παρ’ όλα αυτά, η Μύκονος ήταν ακόμη γεμάτη ζωή. Η Χώρα ήταν γεμάτη κόσμο από κάθε γωνιά του πλανήτη και, περπατώντας στα σοκάκια, συνειδητοποίησα ότι ζούσα και έπαιζα επαγγελματικό μπάσκετ σε έναν τόπο που οι περισσότεροι ονειρεύονται απλώς να επισκεφθούν!

Εκείνη ήταν η στιγμή που κατάλαβα ότι δεν ξεκινούσε μόνο μια νέα μπασκετική πρόκληση, αλλά και ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στη ζωή μου, σε ένα μέρος τόσο ιδιαίτερο όσο η Μύκονος».

Η Μύκονος είναι γνωστή σε όλο τον κόσμο ως προορισμός τουρισμού και διασκέδασης. Μέσα από το μπάσκετ, τι ανακάλυψες για το νησί που οι περισσότεροι δεν βλέπουν πέρα από αυτή την εικόνα;

«Το καλοκαίρι η Μύκονος ανοίγει τις πόρτες της σε ανθρώπους από όλο τον κόσμο που έρχονται στο νησί για να ζήσουν όλα όσα έχει να προσφέρει. Αυτό που είχα την ευκαιρία να ανακαλύψω, όμως, ήταν μια εντελώς διαφορετική πλευρά της Μυκόνου τους χειμερινούς μήνες.

Αυτό που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση ήταν να βλέπω ότι οι ίδιοι άνθρωποι που το καλοκαίρι υποδέχονται χιλιάδες επισκέπτες με την ίδια ζεστασιά, παραμένουν εξίσου δεμένοι μεταξύ τους όταν το νησί επιστρέφει σε έναν πιο ήσυχο και ήρεμο ρυθμό.

Τα γνωστά σημεία του νησιού, τα beach clubs και οι χώροι που οι περισσότεροι έχουν συνδέσει με τη Μύκονο μπορεί να κλείνουν για τη σεζόν, αλλά η πραγματική ταυτότητα του νησιού δεν χάνεται μαζί τους.

Η αίσθηση της κοινότητας, η φιλοξενία και η ανθρώπινη επαφή παραμένουν ζωντανές. Και ίσως αυτή να είναι η πραγματική Μύκονος. Αυτή που γνωρίζεις μέσα από τους ανθρώπους της και τη νιώθεις ακόμα περισσότερο σε στιγμές όπως οι αγώνες μας, όπου η στήριξη και το πάθος του κόσμου φαίνονται κάθε φορά που μπαίνεις στο γήπεδο».

Πάνω από 1.000 φίλοι της Μυκόνου Betsson γεμίζουν το γήπεδο σε κάθε αγώνα, σχεδόν το ένα όγδοο του χειμερινού πληθυσμού τoυ νησιού!

Πες μου για τον πρώτο σου αγώνα στη Μύκονο. Τι εικόνες σου έχουν μείνει από εκείνη τη μέρα, τον κόσμο, την ατμόσφαιρα και το παιχνίδι;

«Εκείνο το παιχνίδι έμοιαζε με γιορτή από την αρχή μέχρι το τέλος. Δεν είχα ξαναζήσει ποτέ μια ατμόσφαιρα σαν αυτή! Ο κόσμος είχε πραγματικά ενθουσιαστεί που βρισκόταν εκεί για μια τόσο ξεχωριστή στιγμή, αναγνώριζε την ποιότητα του αντιπάλου μας και ταυτόχρονα μας στήριζε με όλη του τη δύναμη, ανεξάρτητα από το τελικό αποτέλεσμα.

Αυτό που κάνει την εμπειρία ακόμη πιο ξεχωριστή είναι ότι ο πρώτος αγώνας της ομάδας στη Μύκονο για τη Stoiximan GBL ήταν απέναντι στον Ολυμπιακό, μια ομάδα που στο τέλος της σεζόν κατέκτησε τόσο τη EuroLeague όσο και το ελληνικό πρωτάθλημα.

Καταφέραμε να είμαστε ανταγωνιστικοί σε όλο το πρώτο ημίχρονο και δείξαμε ότι μπορούσαμε να σταθούμε απέναντι σε μια ομάδα αυτού του επιπέδου για μεγάλα διαστήματα. Στο δεύτερο ημίχρονο, όμως, ο Ολυμπιακός ανέβασε την απόδοσή του, πήρε τον έλεγχο του αγώνα και έφτασε σε μια άνετη νίκη.

Αυτό που θυμάμαι περισσότερο, πάντως, είναι ότι η ομάδα μας δεν σταμάτησε ποτέ να παλεύει. Συνεχίσαμε να αγωνιζόμαστε μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο και, κατά κάποιον τρόπο, αυτό έγινε το χαρακτηριστικό μας σε όλη τη χρονιά. Ήμασταν μια ομάδα που δεν τα παράτησε ποτέ, ανεξάρτητα από τις συνθήκες».

Πώς είναι μια μέρα στη Μύκονο πριν από έναν αγώνα; Πώς προετοιμάζεσαι από τη στιγμή που ξυπνάς μέχρι να πατήσεις το παρκέ;

«Εκτιμώ πολύ τη ρουτίνα. Για μένα, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα ενός αγώνα, αυτό που έχει σημασία είναι να μένω συνεπής στις συνήθειές μου, στην προετοιμασία μου και στην ενέργεια που βγάζω. Αν τα έχω κάνει αυτά, μπορώ να αποδεχτώ οποιοδήποτε αποτέλεσμα έρθει.

Συνήθως ξεκινάω τη μέρα μου με πρωινό και έναν espresso, πολλές φορές στη βεράντα του σπιτιού, με θέα τη θάλασσα. Μετά μου αρέσει να βλέπω το προηγούμενο παιχνίδι του αντιπάλου, ώστε να εντοπίσω οτιδήποτε μπορεί να με βοηθήσει να προετοιμαστώ καλύτερα.

Το υπόλοιπο πρωινό είναι πιο χαλαρό. Μπορεί να περάσω χρόνο με την οικογένειά μου, να κάνω μια βόλτα ή ακόμα και να τακτοποιήσω το σπίτι. Δεν μου αρέσει να μπαίνω σε έναν αγώνα έχοντας την αίσθηση ότι κάτι γύρω μου δεν είναι σε τάξη.

Αν το τζάμπολ δεν είναι προγραμματισμένο για νωρίς, θα κοιμηθώ λίγο το μεσημέρι και μετά θα πάω στο γήπεδο περίπου τρεις ώρες πριν από το παιχνίδι για να κάνω τη ρουτίνα μου με τα σουτ. Στη συνέχεια, η ομάδα μαζεύεται για το βίντεο και τις τελευταίες οδηγίες πριν από τον αγώνα.

Όταν φτάνω στο γήπεδο, συνήθως βρίσκω μόνο λίγα άτομα εκεί. Το σταφ ετοιμάζει τις τελευταίες λεπτομέρειες, ρυθμίζονται οι κάμερες και όλοι φροντίζουν ό,τι χρειάζεται πριν ξεκινήσει η δράση. Μου αρέσει πολύ αυτή η ηρεμία πριν από την ένταση.

Γιατί μόλις αρχίσει το παιχνίδι, όλα αλλάζουν. Εκείνη τη στιγμή υπάρχει μόνο ένα πράγμα: να δώσεις τα πάντα για να βρεις τον τρόπο να κερδίσεις».

Πώς μεταμορφώνεται η ατμόσφαιρα από την ηρεμία του νησιού στην ένταση ενός αγώνα;

«Το πρώτο κομμάτι της ημέρας στο νησί έχει μια πολύ ήρεμη και χαλαρή αίσθηση. Υπάρχουν φυσικά μέρες που ο καιρός είναι πιο κρύος ή έχει πολύ αέρα και προτιμάς να μείνεις μέσα, αλλά γενικά η ατμόσφαιρα είναι πολύ γαλήνια.

Μόλις φτάσω στο γήπεδο και ξεκινήσω την προετοιμασία μου, αισθάνομαι ότι η ενέργεια αλλάζει. Η προσμονή για το παιχνίδι αρχίζει να μεγαλώνει. Σιγά σιγά όλα μεταμορφώνονται και το γήπεδο γεμίζει με μια διαφορετική ενέργεια, με το πάθος, την ένταση και τη στήριξη του κόσμου να κυριαρχούν».

Στην παρθενική της συμμετοχή στα playoffs, η Μύκονος Betsson βρέθηκε απέναντι στον Παναθηναϊκό, σε μια ιστορική στιγμή για τον οργανισμό.

Υπάρχει κάποια ιστορία από τη Μύκονο που ακόμα και σήμερα σκέφτεσαι και λες «μόνο εδώ θα μπορούσε να συμβεί»; Κάτι αστείο, απρόσμενο ή σουρεαλιστικό που να συνδέεται με το μπάσκετ;

«Ήταν ένα συνηθισμένο βράδυ Τετάρτης. Είχα πάει στο γήπεδο για να κάνω σουτ και ένας άνθρωπος από το συγκρότημα όπου μένουμε με βοηθούσε παίρνοντας τα ριμπάουντ. Καθώς σουτάραμε, μιλούσαμε για την ομάδα, για το γεγονός ότι αγωνιζόμαστε στην κορυφαία κατηγορία και γενικότερα για το μπάσκετ.

Κάποια στιγμή γυρίζει και μου λέει: “Ξέρεις, ο τρόπος που σουτάρεις μου θυμίζει πολύ τον Κλέι Τόμπσον”. Γέλασα και συνεχίσαμε την κουβέντα, πιστεύοντας ότι απλώς τον είχε παρακολουθήσει να παίζει στην τηλεόραση ή ότι αναφερόταν γενικά στο στυλ του.

Λίγο αργότερα έμαθα ότι στην πραγματικότητα είχε πάρει ριμπάουντ για τον ίδιο τον Κλέι, στο ίδιο ακριβώς γήπεδο, σε μία από τις καλοκαιρινές επισκέψεις του στη Μύκονο! Δεν μιλούσε από αυτά που είχε δει στην τηλεόραση, αλλά από προσωπική εμπειρία.

Εκείνη η στιγμή μου έμεινε. Ένα μικρό γήπεδο στη μέση του Αιγαίου έχει φιλοξενήσει αθόρυβα τόσους παίκτες του ΝΒΑ όλα αυτά τα χρόνια και πλέον, με έναν τρόπο, αποτελεί και το δικό μου σπίτι».

Έχει τύχει άνθρωποι από τελείως διαφορετικούς χώρους να έρθουν πιο κοντά στην ομάδα και να γίνουν μέρος αυτής της διαδρομής;

«Δεν θα έλεγα ότι έγιναν μέρος του ίδιου του αγώνα, αλλά σίγουρα γνώρισα φέτος ανθρώπους από πολύ διαφορετικούς χώρους, οι οποίοι συνδέθηκαν με την ομάδα, αγκάλιασαν την προσπάθεια και ένιωσαν μέρος της ιστορίας που γράφεται στο νησί. Ίσως αυτό να μην είχε συμβεί ποτέ χωρίς την παρουσία μιας ανταγωνιστικής ομάδας μπάσκετ στη Μύκονο.

Για παράδειγμα, γνώρισα μια παρέα Ελλήνων που είχαν σπουδάσει στο ίδιο Πανεπιστήμιο με εμένα και παράλληλα είχαν σπίτι στο νησί. Αυτή η κοινή αφετηρία, τόσο λόγω των σπουδών μας όσο και λόγω της σχέσης μας με τη Μύκονο και την Ελλάδα γενικότερα, τους έφερε πιο κοντά στην ομάδα και σε όσα συνέβαιναν γύρω από τους αγώνες.

Το να βλέπεις ανθρώπους να γίνονται σταδιακά μέρος αυτού του περιβάλλοντος γύρω από την ομάδα ήταν κάτι που μου φάνηκε πραγματικά ξεχωριστό».

Αν κλείσεις τα μάτια σου, ποια είναι η πιο δυνατή εικόνα που έχει μείνει στο μυαλό σου από τη Μύκονο;

«Η γιορτή και οι χοροί μετά τη νίκη μας απέναντι στον Πανιώνιο. Ήταν μια στιγμή που είχε πολλά διαφορετικά στοιχεία. Η εμφάνισή μας ως ομάδα, το γεγονός ότι είχαμε μόλις κερδίσει στην έδρα μας έναν αντίπαλο επιπέδου EuroCup, αλλά και η προσωπική διάσταση του αγώνα, αφού απέναντί μας ήταν η πρώην ομάδα μου, η οποία είχε επιλέξει να μην ανανεώσει το συμβόλαιό μου…

Όλα αυτά έδωσαν στη συγκεκριμένη στιγμή ακόμη μεγαλύτερη σημασία και είναι κάτι που θα θυμάμαι για πάντα».

Η Μύκονος άλλαξε κάτι στον τρόπο που αντιλαμβάνεσαι το μπάσκετ; Υπήρξε κάποια στιγμή που το είδες διαφορετικά;

«Όχι, δεν άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο βλέπω το μπάσκετ, αλλά επιβεβαίωσε όλα όσα ήδη πίστευα για το παιχνίδι. Ότι ενώνει ανθρώπους, ότι δεν κάνει διακρίσεις και ότι έχει τη δύναμη να αλλάξει ζωές, αλλά και ολόκληρες κοινωνίες.

Όσα έζησα στο νησί ενίσχυσαν ακόμη περισσότερο αυτή την πεποίθηση. Το μπάσκετ έγινε ένας σύνδεσμος ανάμεσα σε ανθρώπους με διαφορετικές αφετηρίες, δημιουργώντας στιγμές πραγματικής επαφής και κοινών συναισθημάτων.

Για μένα, αυτό ήταν το πιο σημαντικό κομμάτι της εμπειρίας. Νιώθω τιμή που αποτελώ μέρος μιας προσπάθειας όπου αυτές οι αξίες δεν μένουν απλώς λόγια, αλλά γίνονται πράξη στην καθημερινότητα».

Υπήρξε κάποια στιγμή που σταμάτησες να βλέπεις τη Μύκονο απλώς ως έναν ακόμη μπασκετικό προορισμό και άρχισες να νιώθεις ότι αποτελείς μέρος κάτι μεγαλύτερου;

«Είμαι ένας άνθρωπος που δίνει μεγάλη αξία στις σχέσεις και στους ανθρώπους που βρίσκονται γύρω του. Στα επτά χρόνια που είμαι επαγγελματίας έχω αγωνιστεί σε ομάδες σε όλη την Αμερική, πέρυσι στην Αθήνα και φέτος στο νησί. Σε κάθε προορισμό, όμως, δεν είναι πάντα εύκολο να νιώσεις πραγματικά μέρος της τοπικής κοινωνίας, γιατί όλα συμβαίνουν πολύ γρήγορα και η σεζόν περνάει μέσα σε λίγους μήνες.

Θυμάμαι ένα βράδυ στα μέσα Δεκεμβρίου, όταν καθόμουν στο Blu Blu μαζί με μια παρέα ντόπιων. Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα κάτι: δεν βρισκόμουν απλώς στη Μύκονο για να παίξω μπάσκετ. Είχα αρχίσει να νιώθω πραγματικά μέρος αυτής της κοινότητας.

Αυτό το συναίσθημα μεγάλωνε όσο περνούσε η σεζόν, μέχρι τη στιγμή του αποχαιρετισμού, που ήταν ιδιαίτερα συγκινητική. Είχα δημιουργήσει ουσιαστικές σχέσεις και φιλίες με ανθρώπους στο νησί και το γεγονός ότι δεν ήξερα αν θα επέστρεφα την επόμενη χρονιά έκανε τη στιγμή ακόμη πιο ξεχωριστή».

Η επόμενη μεγάλη πρόκληση είναι η συμμετοχή στο FIBA Europe Cup 2026/27.

Τι έμαθες για τον εαυτό σου μέσα από τις εμπειρίες που έζησες στο νησί και δεν το περίμενες;

«Πάντα ήμουν ένας άνθρωπος που κρατούσε τον εαυτό του συνεχώς απασχολημένο, που βρισκόταν διαρκώς σε κίνηση και περνούσε από το ένα πράγμα στο επόμενο. Η ανάγκη να δουλεύω συνεχώς, να εξελίσσομαι και να μην μένω ποτέ στάσιμος ήταν πάντα μέρος της καθημερινότητάς μου.

Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που το να κάνω λιγότερα, το να μην έχω διαρκώς κάτι να κυνηγήσω ή κάπου να πρέπει να βρεθώ, όχι μόνο δεν με δυσκόλεψε, αλλά τελικά αποδείχθηκε πολύ σημαντικό για μένα.

Συνειδητοποίησα ότι αυτή η ηρεμία δεν μου αφαιρούσε κάτι. Αντίθετα, με ανανέωνε, μου έδινε ενέργεια και με βοηθούσε να επιστρέφω ακόμη πιο δυνατός όταν ερχόταν η στιγμή να μπω ξανά στη δράση».

Αν έπρεπε να μου διηγηθείς μόνο μία ιστορία από τη Μύκονο, μία ολοκληρωμένη στιγμή από την αρχή μέχρι το τέλος, ποια θα επέλεγες;

«Θυμάμαι ένα πρωινό που άφηνα την κόρη μου στο σχολείο, πριν πάω στην προπόνηση. Απέναντι από το δρόμο, μια ομάδα παιδιών από την τετάρτη ή την πέμπτη δημοτικού ήταν στα παράθυρα του σχολείου και φώναζαν το όνομά μου: «Κάναντι! Κάναντι! Κάναντι!».

Ήταν μια τόσο αυθόρμητη και ειλικρινής στιγμή. Με γύρισε αμέσως πίσω στα δικά μου παιδικά χρόνια, όταν το να πάρεις μια φωτογραφία ή ένα αυτόγραφο από έναν παίκτη του κολεγίου σου φαινόταν σαν κάτι τεράστιο.

Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πραγματικά την επιρροή που μπορεί να έχει η παρουσία μιας επαγγελματικής ομάδας σε ένα νησί και πόσο σημαντικές μπορούν να είναι αυτές οι μικρές στιγμές για τα παιδιά που μεγαλώνουν αγαπώντας το άθλημα».

Πώς περιγράφεις την ισορροπία ανάμεσα στη ζωή με συνεχείς μετακινήσεις, το μπάσκετ και την οικογένεια, ειδικά όταν και η σύζυγός σου, η Κέιτι Λου Σάμιουελσον, αγωνίζεται στο υψηλότερο επίπεδο και μεγαλώνετε μαζί την κόρη σας μέσα σε μια διαρκώς μεταβαλλόμενη καθημερινότητα;

«Για μένα, όλα ξεκινούν από μια απλή ερώτηση: ποιες είναι οι προτεραιότητές σου; Το μπάσκετ βρίσκεται στο επίκεντρο της οικογενειακής μας ταυτότητας. Είναι κάτι που αγαπάμε βαθιά και οι δύο, είναι αυτό που μας έφερε κοντά και είναι κάτι στο οποίο συνεχίζουμε να στηρίζουμε ο ένας τον άλλον καθημερινά.

Είτε οι επαγγελματικές μας υποχρεώσεις μάς βρίσκουν σε διαφορετικές πόλεις είτε έχουμε την τύχη να βρισκόμαστε στο ίδιο μέρος, πάντα βρίσκουμε τρόπους να στηρίζουμε ο ένας τον άλλον και να διατηρούμε αυτή τη σύνδεση. Παράλληλα, προσπαθούμε να μεγαλώνουμε την κόρη μας με αγάπη και σταθερότητα, ενώ συνεχίζουμε να κυνηγάμε τους προσωπικούς μας στόχους.

Στο τέλος της ημέρας, έχει να κάνει με το να γνωρίζεις τι είναι πραγματικά σημαντικό για σένα και να φροντίζεις οι πράξεις σου να συμβαδίζουν με αυτές τις προτεραιότητες. Αυτό είναι που μας βοηθά να διαχειριζόμαστε τις συνεχείς αλλαγές και τις προκλήσεις που συνοδεύουν αυτόν τον τρόπο ζωής».

Αν κάποιος δεν έχει βρεθεί ποτέ στη Μύκονο, ποια ιστορία θα του έλεγες για να καταλάβει τι σημαίνει το μπάσκετ εκεί;

«Το μπάσκετ στη Μύκονο είναι κάτι που δεν έχω ξαναζήσει πουθενά αλλού. Υπάρχει μια πραγματική σύνδεση ανάμεσα στον κόσμο, τους παίκτες και τους προπονητές, η οποία δεν βασίζεται μόνο στα αποτελέσματα ή στην απαίτηση ότι πρέπει να κερδίζεις για να έχεις τη στήριξή τους.

Η αίσθηση είναι περισσότερο σαν να παίζεις σε ένα γήπεδο γεμάτο με χίλιους φίλους και ανθρώπους που νιώθεις σαν οικογένεια. Ανθρώπους που θέλουν απλώς να σε δουν να δίνεις τα πάντα, να αγωνίζεσαι με πάθος και να δείχνεις σεβασμό τόσο στο παιχνίδι όσο και σε εκείνους που βρίσκονται δίπλα σου.

Και αυτό, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, είναι που κάνει την εμπειρία στη Μύκονο τόσο ξεχωριστή».

Photo creditsEdward_ Photography, Mykonos Basketball Club Facebook, Eurokinissi.

CONTINUE READING

Ο Πέπε Ποέτα στο SKWEEK: O ρόλος του Πίτερς στο Μιλάνο και η πιο δύσκολη απόφαση της θητείας του

Ο Πέπε Ποέτα στο SKWEEK: O ρόλος του Πίτερς στο Μιλάνο και η πιο δύσκολη απόφαση της θητείας του

Σε ηλικία μόλις 40 ετών, ο Πέπε Ποέτα ζει ήδη αυτό που πολλοί προπονητές κυνηγούν για μια ολόκληρη καριέρα: την ευκαιρία να ηγηθεί ενός από τους μεγαλύτερους συλλόγους του ευρωπαϊκού μπάσκετ. Το βιογραφικό του ως πρώτος προπονητής μπορεί να είναι ακόμα στα σπάργανα, αλλά οι εμπειρίες που έχει συσσωρεύσει σε σχεδόν δύο δεκαετίες στο άθλημα […]