Τα μεγαλύτερα κολέγια δεν πίστεψαν ότι μπορούσε να σταθεί στο κορυφαίο επίπεδο. Το Ντέιβιντσον του έδωσε μια ευκαιρία κι ο Στεφ Κάρι δεν άλλαξε μόνο τη δική του ζωή, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο παίζεται σήμερα το μπάσκετ.
Σήμερα μοιάζει σχεδόν αδιανόητο. Ο άνθρωπος που άλλαξε τη φιλοσοφία του σύγχρονου NBA, που έκανε το τρίποντο το πιο ισχυρό επιθετικό «όπλο» και ενέπνευσε μια ολόκληρη γενιά παικτών, κάποτε θεωρούνταν ένας αθλητής με περιορισμένες προοπτικές. Όχι επειδή δεν είχε ταλέντο, αλλά επειδή δεν έμοιαζε με αυτό που αναζητούσε τότε το κολεγιακό μπάσκετ.
Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, οι περισσότεροι προπονητές αναζητούσαν εκρηκτικούς γκαρντ, δυνατά κορμιά και αθλητές που μπορούσαν να επιβληθούν με τη δύναμή τους. Ο Στεφ Κάρι δεν ταίριαζε σε αυτή την εικόνα. Ήταν αδύνατος, δεν είχε εντυπωσιακά φυσικά προσόντα και το σώμα του δεν έπειθε ότι μπορούσε να αντέξει απέναντι στους κορυφαίους αθλητές της NCAA.
Ακόμη και το Βιρτζίνια Τεκ, το πανεπιστήμιο όπου είχε αγωνιστεί ο πατέρας του, Ντελ Κάρι, δεν του πρόσφερε πλήρη αθλητική υποτροφία. Ο τότε προπονητής, Σεθ Γκρίνμπεργκ, πίστευε ότι ο νεαρός γκαρντ χρειαζόταν χρόνο για να δυναμώσει και δεν ήταν έτοιμος να έχει άμεσο ρόλο σε ένα από τα πιο απαιτητικά πρωταθλήματα του κολεγιακού μπάσκετ. Του πρότεινε ουσιαστικά να ενταχθεί στο πρόγραμμα χωρίς την εμπιστοσύνη που ζητούσε ένας παίκτης με τις φιλοδοξίες του.
Ο Κάρι δεν κράτησε κακία, απλώς πήρε μια διαφορετική διαδρομή. Το Ντέιβιντσον δεν είχε το όνομα των μεγάλων πανεπιστημίων, ούτε τις εγκαταστάσεις ή τη λάμψη των κορυφαίων προγραμμάτων. Είχε όμως κάτι πιο σημαντικό: έναν προπονητή που ήταν διατεθειμένος να του δώσει την μπάλα στα χέρια και την ελευθερία να εξελιχθεί.
Από τα πρώτα του παιχνίδια έγινε φανερό ότι ο νεαρός γκαρντ διέθετε κάτι που δεν μπορούσε να μετρηθεί με τα συνηθισμένα κριτήρια. Η ταχύτητα της σκέψης του, η αίσθηση του χώρου και, φυσικά, το σουτ του ήταν διαφορετικά.
Η μεγάλη έκρηξη ήρθε το 2008, όταν οδήγησε το Ντέιβιντσον μέχρι το Elite Eight του NCAA Tournament. Απέναντι σε πολύ ισχυρότερα προγράμματα, ο Κάρι έγινε το πρόσωπο της διοργάνωσης, σκοράροντας ασταμάτητα και μετατρέποντας κάθε παιχνίδι σε προσωπική παράσταση. Ξαφνικά, ο παίκτης που λίγα χρόνια νωρίτερα δεν θεωρούνταν αρκετά έτοιμος για την κορυφαία κατηγορία του κολεγιακού μπάσκετ βρισκόταν στο επίκεντρο ολόκληρης της χώρας.
Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και λίγο πριν από το Draft του 2009, οι αμφιβολίες δεν είχαν εξαφανιστεί. Πολλοί αναλυτές υποστήριζαν ότι ήταν «καθαρός σουτέρ», χωρίς τα αθλητικά προσόντα για να γίνει «σταρ» στο NBA. Υπήρχαν ερωτήματα για το αν θα μπορούσε να δημιουργήσει απέναντι σε μεγαλύτερους και δυνατότερους αντιπάλους ή να αντέξει αμυντικά.
Οι Γκόλντεν Στέιτ Ουόριορς αποφάσισαν να δουν πέρα από αυτά τα στερεότυπα και τον επέλεξαν στο Νο. 7 του Draft. Η συνέχεια είναι γνωστή, αλλά αξίζει να τη θυμόμαστε όχι για τα τρόπαια, αλλά για όσα άλλαξε.
Με την παρουσία του, το τρίποντο έπαψε να αποτελεί συμπληρωματικό στοιχείο της επίθεσης κι έγινε το βασικό της «όπλο». Η κίνηση χωρίς την μπάλα απέκτησε νέα σημασία, οι άμυνες αναγκάστηκαν να προσαρμοστούν σε αποστάσεις που μέχρι τότε θεωρούνταν παράλογες και ολόκληρο το NBA άρχισε να επενδύει περισσότερο στο περιφερειακό σουτ και στο spacing.
Δεν άλλαξε μόνο ο τρόπος που έπαιζαν οι Ουόριορς, αλλά άλλαξε ο τρόπος που «χτίζονταν» οι ομάδες. Άλλαξε ο τρόπος που εκπαιδεύονταν τα παιδιά στις ακαδημίες κι άλλαξε ακόμη κι ο τρόπος με τον οποίο οι προπονητές αξιολογούσαν έναν γκαρντ.
Χρόνια αργότερα, ο Σεθ Γκρίνμπεργκ μίλησε δημόσια για εκείνη την απόφαση, αναγνωρίζοντας ότι ήταν μία από τις μεγαλύτερες αστοχίες της καριέρας του. Δεν προσπάθησε να δικαιολογηθεί. Παραδέχθηκε ότι δεν είχε καταφέρει να διακρίνει πόσο ξεχωριστός θα γινόταν ο Κάρι.
Ίσως, όμως, αυτό να είναι και το μεγαλύτερο μάθημα αυτής της ιστορίας. Δεν πρόκειται για έναν προπονητή που «έκανε λάθος». Πρόκειται για μια ολόκληρη εποχή που είχε μάθει να αξιολογεί το ταλέντο με συγκεκριμένα πρότυπα. Ο Στεφ Κάρι δεν ταίριαζε σε κανένα από αυτά και χρειάστηκε να αλλάξει το ίδιο το παιχνίδι για να αποδείξει ότι τα πρότυπα ήταν λανθασμένα.
Σήμερα, χιλιάδες νεαροί παίκτες προσπαθούν να του μοιάσουν. Προπονούνται πίσω από τη γραμμή των τριών πόντων, δουλεύουν στην ταχύτητα της εκτέλεσης και πιστεύουν ότι το ύψος δεν είναι απαραίτητα εμπόδιο.
Κάποτε, όμως, υπήρχε ένας έφηβος που άκουγε ότι ήταν «πολύ μικρός», «πολύ αδύναμος» και «πολύ περιορισμένος» για να πρωταγωνιστήσει. Δεν απάντησε ποτέ με λόγια. Απάντησε αλλάζοντας για πάντα το μπάσκετ.