Ο Τέμου Ράνικο μιλά αποκλειστικά στο SKWEEK για την εκτόξευση του φινλανδικού μπάσκετ, τον Λάουρι Μάρκανεν, τον θαυμασμό του για τον Νίκο Γκάλη και τους σπουδαίους Έλληνες γκαρντ, ενώ αποκαλύπτει τι έκανε τη διαφορά στον μικρό τελικό του EuroBasket 2025 και αποθεώνει τον Γιάννη Αντετοκούνμπο και τον Βασίλη Σπανούλη.
Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν ζήσει το ευρωπαϊκό μπάσκετ από διαφορετικές πλευρές, έχοντας την ευκαιρία να γνωρίσουν διαφορετικές φιλοσοφίες, να αντιμετωπίσουν σπουδαίους αντιπάλους και να γίνουν μέρος της εξέλιξης του αθλήματος. Ο Τέμου Ράνικο ανήκει αναμφίβολα σε αυτή την κατηγορία, καθώς από τη θέση του πλέι μέικερ στα γήπεδα της Ευρώπης έχει περάσει πλέον στην προπονητική, παρακολουθώντας παράλληλα τη Φινλανδία να εξελίσσεται από μια χώρα με περιορισμένη μπασκετική παράδοση σε μια από τις πιο ενδιαφέρουσες δυνάμεις της ηπείρου.
Η παρουσία της Σαλόν Βίλπας στην Αθήνα για την αναμέτρηση με την ΑΕΚ στο Basketball Champions League αποτέλεσε την αφορμή για μια εκτενή συζήτηση με τον Φινλανδό προπονητή, ο οποίος μίλησε αποκλειστικά στο SKWEEK για το μοντέλο ανάπτυξης της χώρας του, τις διαφορές με το ελληνικό μπάσκετ και τη σημασία της επένδυσης στην εκπαίδευση των προπονητών.
Ωστόσο, η συζήτηση δεν περιορίστηκε εκεί. Ο Ράνικο γύρισε τον χρόνο πίσω, θυμήθηκε τις βιντεοκασέτες με τον Νίκο Γκάλη που παρακολουθούσε ως παιδί, μίλησε με θαυμασμό για τον Θοδωρή Παπαλουκά, τον Δημήτρη Διαμαντίδη και τον Βασίλη Σπανούλη, ενώ στάθηκε στο ιστορικό EuroBasket 2025 και στον μικρό τελικό απέναντι στην Ελλάδα.
Παράλληλα, εξήγησε γιατί θεωρεί τον Γιάννη Αντετοκούνμπο έναν από τους πέντε κορυφαίους παίκτες του κόσμου, αποκάλυψε τον καθοριστικό ρόλο του Τάιλερ Ντόρσεϊ στην κατάκτηση του χάλκινου μεταλλίου από την Ελλάδα και ανέλυσε το σημαντικότερο στοιχείο που έχει μεταφέρει ο Βασίλης Σπανούλης από την καριέρα του ως παίκτης στην προπονητική.
«Η Φινλανδία άλλαξε όταν αποφασίσαμε ότι δεν μπορεί ο οποιοσδήποτε να γίνει προπονητής»
Στο παρελθόν, η Φινλανδία θεωρούνταν μια μικρή μπασκετική χώρα. Πλέον έχει αναδείξει παίκτες στο NBA, στην EuroLeague και διαθέτει μια ιδιαίτερα ανταγωνιστική εθνική ομάδα. Τι κατάλαβε η Φινλανδία σχετικά με την ανάπτυξη των παικτών και τι μπορούν να μάθουν από το παράδειγμά της οι υπόλοιπες μικρές χώρες;
«Σίγουρα έχουν αλλάξει πάρα πολλά τα τελευταία χρόνια. Νομίζω ότι η πρώτη μεγάλη αλλαγή ήρθε πριν από περισσότερα από 20 χρόνια, όταν ο Χένρικ Ντέτμαν επέστρεψε από τη Γερμανία, όπου ήταν προπονητής της εθνικής ομάδας, και ανέλαβε την εθνική Φινλανδίας.
Όταν επιστρέψαμε στο EuroBasket το 2011, από εκείνο το σημείο και μετά αρχίσαμε να συμμετέχουμε σταθερά σε EuroBasket, Παγκόσμια Πρωταθλήματα και άλλες μεγάλες διοργανώσεις.
Η εθνική μας ομάδα έχει διαγράψει μια πολύ καλή πορεία και θεωρώ ότι ένας από τους σημαντικότερους λόγους είναι πως όλοι οι παίκτες θέλουν πραγματικά να εκπροσωπούν τη χώρα τους. Όλοι είναι διαθέσιμοι, ανεξάρτητα από τις συνθήκες, και υπάρχει τεράστιο πάθος για όσα κάνουμε στην εθνική ομάδα.
Ωστόσο, αυτό δεν είναι το μοναδικό στοιχείο.
Ένας ακόμη πολύ σημαντικός παράγοντας είναι η Helsinki Basketball Academy. Πρόκειται για μια προσπάθεια που ξεκίνησε πριν από αρκετά χρόνια και έχει βοηθήσει σημαντικά το μπάσκετ της χώρας.
Παίκτες όπως ο Μάρκανεν, ο Βάλτονεν, ο Γιάντουνεν και ο Μαξούνι πέρασαν από την ακαδημία. Σήμερα αποτελούν βασικά στελέχη της εθνικής μας ομάδας και συγκαταλέγονται στους καλύτερους παίκτες της χώρας.
Αυτό είναι το ένα κομμάτι. Το δεύτερο, εξίσου σημαντικό, έχει να κάνει με κάτι που συνέβη πριν από περίπου 20 χρόνια, όταν η ομοσπονδία αποφάσισε να επενδύσει πολύ περισσότερο στην εκπαίδευση και την ανάπτυξη των προπονητών.
Η φιλοσοφία ήταν πως δεν μπορεί ο οποιοσδήποτε να γίνει απλώς προπονητής μπάσκετ στη Φινλανδία. Πρέπει να ακολουθήσει συγκεκριμένα εκπαιδευτικά προγράμματα.
Ακόμη και όταν είσαι προπονητής σε επίπεδο ακαδημιών, πρέπει να περάσεις εξετάσεις και να ολοκληρώσεις συγκεκριμένες διαδικασίες. Στη συνέχεια υπάρχουν διαφορετικά επίπεδα εκπαίδευσης.
Θεωρώ ότι αυτή ήταν μια τεράστια απόφαση που πήρε η ομοσπονδία πριν από 20 ή 25 χρόνια. Κατάλαβαν ότι έπρεπε να δημιουργήσουν μια ξεκάθαρη διαδρομή για τους προπονητές. Να υπάρχει το πρώτο επίπεδο, το δεύτερο, το τρίτο και στη συνέχεια το τέταρτο, που αφορά την επαγγελματική προπονητική εκπαίδευση.
Αυτό μας έδωσε μια πολύ ισχυρή βάση πάνω στην οποία μπορούσαμε πλέον να χτίσουμε. Και φυσικά, στη συνέχεια η προπονητική στη Φινλανδία έκανε ακόμη ένα βήμα μπροστά.
Δεν ήταν πλέον μόνο ο Χένρικ Ντέτμαν. Ο Τόμας Ίσαλο είναι αυτή τη στιγμή πρώτος προπονητής στο NBA. Ο αδελφός του, Γιόνας Ίσαλο, βρίσκεται στο τεχνικό επιτελείο της εθνικής ομάδας, έχοντας προηγουμένως εργαστεί στη Γερμανία.
Ο Λάσι Τουόβι, προπονητής της εθνικής, έχει επίσης εργαστεί στο Στρασβούργο και πλέον βρίσκεται στην Ιαπωνία.
Υπάρχουν, λοιπόν, πολλοί Φινλανδοί προπονητές που εργάζονται εκτός της χώρας. Και αυτό θεωρώ ότι λέει πολλά. Δεν είναι μόνο οι παίκτες που εξελίσσονται, αλλά και οι προπονητές μας κάνουν εξαιρετική δουλειά και αποκτούν ευκαιρίες στο εξωτερικό.
Δεν λέω φυσικά ότι είναι κακό να παραμένει κάποιος στη Φινλανδία. Όμως πρέπει να καταλάβουμε ότι είμαστε μια μικρή χώρα σε μπασκετικό επίπεδο.
Έχουμε περίπου 20.000 εγγεγραμμένους αθλητές σε ολόκληρη τη Φινλανδία. Σε αυτόν τον αριθμό συμπεριλαμβάνονται όλα τα παιδιά, οι άνδρες και οι γυναίκες.
Επομένως, η ανάπτυξη της προπονητικής έχει διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην πρόοδό μας.
Ξέρω ότι ήταν μεγάλη απάντηση!».
«Ο Μάρκανεν είναι ο κορυφαίος αθλητής που έχουμε στη Φινλανδία»
Όταν κάποιος εκτός Φινλανδίας σκέφτεται το φινλανδικό μπάσκετ, το πρώτο όνομα που του έρχεται στο μυαλό είναι ο Λάουρι Μάρκανεν. Μέσα στη χώρα, πιστεύεις ότι η επιτυχία του έχει αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο τα μικρά παιδιά αντιμετωπίζουν το μπάσκετ;
«Νομίζω ότι έχει αλλάξει πάρα πολλά. Κατά τη γνώμη μου, ο Μάρκανεν είναι ο κορυφαίος αθλητής που διαθέτουμε στη Φινλανδία. Και δεν αναφέρομαι μόνο στο μπάσκετ, αλλά συνολικά στον αθλητισμό.
Έχει αναδειχθεί κορυφαίος αθλητής της χώρας και πλέον ετοιμάζεται να ξεκινήσει τη δέκατη σεζόν του στο NBA. Επομένως, είναι απολύτως φυσιολογικό οι νεότερες γενιές να βλέπουν ότι υπάρχει ένας Φινλανδός που αγωνίζεται στο κορυφαίο πρωτάθλημα του κόσμου.
Ωστόσο, θεωρώ ότι εξίσου σημαντικό ρόλο για τα μικρά παιδιά διαδραματίζει και η εθνική ομάδα.
Όταν αγωνίζεται η εθνική μας, το γήπεδο είναι κατάμεστο. Κερδίζουμε παιχνίδια, συμμετέχουμε σε EuroBasket και είμαστε παρόντες στις μεγάλες διοργανώσεις.
Όλο αυτό ενώνει τους ανθρώπους. Υπάρχει μια εθνική ομάδα που όλοι θέλουν να υποστηρίξουν και παράλληλα υπάρχει ο Μάρκανεν, ο οποίος βρίσκεται σε ένα εντελώς διαφορετικό επίπεδο.
Μιλάμε για έναν παίκτη που έχει αγωνιστεί ακόμη και σε NBA All-Star Game.
Παράλληλα, πλέον έχουμε Φινλανδούς παίκτες στη Ρεάλ Μαδρίτης και στην Μπαρτσελόνα.
Όλα αυτά τα πρόσωπα γίνονται ολοένα και πιο οικεία στα νέα παιδιά. Τα βλέπουν να φορούν τη φανέλα της εθνικής ομάδας και στη συνέχεια έχουν τη δυνατότητα να παρακολουθούν τους αγώνες τους και στην τηλεόραση.
Πρέπει να καταλάβεις ότι η κατάσταση στη Φινλανδία δεν είναι ίδια με την Ελλάδα.
Πριν από 20 χρόνια, στη Φινλανδία δεν μπορούσες ουσιαστικά να παρακολουθήσεις μπάσκετ στην τηλεόραση. Δεν υπήρχε ευρωπαϊκό μπάσκετ. Πλέον μπορείς να παρακολουθήσεις όλα τα παιχνίδια.
Αυτός είναι ένας ακόμη λόγος που το άθλημα έχει αναπτυχθεί τόσο πολύ. Το μπάσκετ βρίσκεται πλέον στην τηλεόραση, στις εφημερίδες, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Τα μικρά παιδιά έρχονται συνεχώς σε επαφή με το άθλημα.
Ο Μάρκανεν αποτελεί σίγουρα έναν από τους σημαντικότερους λόγους αυτής της αλλαγής. Ίσως εξακολουθεί να είναι ο σημαντικότερος για ένα παιδί που μεγαλώνει, παρακολουθεί μπάσκετ και θέλει να ασχοληθεί με αυτό.
Και δεν πρέπει να ξεχνάμε το γυναικείο μπάσκετ. Έχουμε πλέον μια παίκτρια στο WNBA, επομένως τα κορίτσια βρίσκονται ουσιαστικά στην ίδια κατάσταση. Βλέπουν ότι μια αθλήτρια από τη Φινλανδία κατάφερε να φτάσει στην κορυφή του κόσμου».

«Η Ελλάδα είναι από τις μεγαλύτερες μπασκετικές χώρες – Εμείς πρέπει να κάνουμε κάτι διαφορετικό»
Έχεις εμπειρία από διαφορετικά ευρωπαϊκά πρωταθλήματα, όπως το ιταλικό και το σλοβενικό. Έχω διαβάσει για την καριέρα σου και σε θυμάμαι και ως παίκτη. Τι θεωρείς ότι κάνει καλύτερα το φινλανδικό μπάσκετ σε σχέση με τις παραδοσιακές μπασκετικές χώρες;
«Δεν ξέρω αν κάνουμε πραγματικά κάτι καλύτερα. Δεν θέλω σε καμία περίπτωση να μειώσω όσα έχουν πετύχει χώρες όπως η Ελλάδα, η Σερβία, η Σλοβενία ή η Λιθουανία.
Νομίζω ότι όλα αυτά τα χρόνια παρακολουθούμε πολύ προσεκτικά όσα κάνετε εσείς. Δεν λέω ότι αντιγράφουμε το μοντέλο σας, αλλά προσπαθούμε να εφαρμόσουμε ορισμένα παρόμοια πράγματα και παράλληλα να δημιουργήσουμε κάτι διαφορετικό.
Φυσικά, η Ελλάδα έχει κατακτήσει πολλά μετάλλια και έχει τεράστια μπασκετική παράδοση».
Όχι και τόσα πολλά τα τελευταία χρόνια!
«Ναι, εντάξει! Αλλά για μένα η Ελλάδα παραμένει μία από τις μεγαλύτερες μπασκετικές χώρες.
Έχει τεράστια ιστορία στο ευρωπαϊκό μπάσκετ. Έχετε τον Ολυμπιακό, έχετε τον Παναθηναϊκό. Όλοι γνωρίζουν αυτές τις ομάδες.
Αλλά αν μιλάμε γενικότερα για τις παραδοσιακές δυνάμεις του μπάσκετ, τότε πρέπει να αναφερθούμε στη Σερβία και τη Λιθουανία.
Εμείς προσπαθούμε να μάθουμε πάρα πολλά από αυτές τις χώρες. Ωστόσο, πρέπει να κάνουμε και κάτι διαφορετικό.
Δεν έχουμε παίκτες με τα ίδια σωματικά χαρακτηριστικά. Δεν έχουμε τόσο μεγάλη δεξαμενή αθλητών.
Όπως σου είπα, διαθέτουμε περίπου 20.000 με 22.000 εγγεγραμμένους παίκτες. Επομένως, πρέπει να αξιοποιήσουμε στο μέγιστο ό,τι έχουμε στη διάθεσή μας.
Και νομίζω ότι αυτό που έχει καταφέρει η εθνική μας ομάδα, όπως και οι μικρότερες εθνικές ομάδες και πλέον το γυναικείο μπάσκετ, είναι να δημιουργήσει έναν διαφορετικό τρόπο παιχνιδιού.
Προσπαθούμε να παίζουμε γρήγορα και να σουτάρουμε πολλά τρίποντα.
Θεωρώ ότι αυτό είναι το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της εθνικής Φινλανδίας. Συνήθως έχουμε πέντε παίκτες στο παρκέ που μπορούν να απειλήσουν από τη γραμμή του τριπόντου.
Αυτό είναι κάτι που έχουμε αναπτύξει, κάτι που μάθαμε στην πορεία και κάτι που πλέον περνάμε στις νεότερες γενιές.
Φυσικά, αν διαθέτεις έναν παίκτη ύψους 2,15 μέτρων, δεν χρειάζεται απαραίτητα να του ζητήσεις να σουτάρει τρίποντα.
Ωστόσο, αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το μπάσκετ στη Φινλανδία.
Και πιστεύω ότι ένας από τους βασικούς λόγους που έχουμε καταφέρει να είμαστε τόσο ανταγωνιστικοί είναι ακριβώς το γεγονός ότι δεν προσπαθούμε να παίξουμε με τον ίδιο τρόπο που παίζουν πολλές άλλες χώρες».
«Στην Ελλάδα ο αθλητισμός είναι τρόπος ζωής – Στη Φινλανδία η ποιότητα ζωής είναι προτεραιότητα»
Αν μπορούσες να συνδυάσεις ένα στοιχείο του ελληνικού μπάσκετ με ένα στοιχείο του φινλανδικού μπάσκετ, τι θα επέλεγες;
«Είπες ένα στοιχείο… Δεν ξέρω αν σε αυτό μπορεί να συμπεριλαμβάνεται και ένας παίκτης. Γιατί έχω ένα όνομα στο μυαλό μου!».
Ό,τι θέλεις! Μπορεί να είναι ένας παίκτης, ένα στοιχείο του παιχνιδιού, οι εγκαταστάσεις, οτιδήποτε.
«Φυσικά, έχετε έναν από τους καλύτερους παίκτες στον κόσμο. Θα ήταν πολύ εύκολο να αναφέρω το όνομά του.
Έχετε τεράστια γήπεδα εδώ για να παίζετε μπάσκετ. Θα ήταν υπέροχο να είχαμε κάτι τέτοιο. Όχι, πλάκα κάνω!
Νομίζω ότι ένα από τα πράγματα που παρατηρεί κανείς όταν βλέπει την Ελλάδα από το εξωτερικό είναι το πόσο σημαντικός είναι ο αθλητισμός στη χώρα σας. Και δεν μιλάω μόνο για το μπάσκετ. Ο αθλητισμός στην Ελλάδα είναι ουσιαστικά τρόπος ζωής.
Και μαζί με αυτό έρχονται και τα χρήματα. Το πόσα χρήματα υπάρχουν διαθέσιμα.
Βέβαια, είναι δύσκολο να κρίνω την κατάσταση απ’ έξω. Δεν αναφέρομαι συγκεκριμένα στο πρότζεκτ του Παναθηναϊκού αυτή τη στιγμή, αλλά συνολικά στο πόσο μεγάλη παρουσία έχει το μπάσκετ στην Ελλάδα και στους οικονομικούς πόρους που υπάρχουν, αν τους συγκρίνουμε με τα ελάχιστα χρήματα που διαθέτουμε εμείς.
Και δεν εννοώ απλώς ότι οι παίκτες ή οι προπονητές θα μπορούσαν να κερδίζουν περισσότερα χρήματα. Τα χρήματα σου δίνουν τη δυνατότητα να κάνεις πάρα πολλά πράγματα.
Μπορείς να δημιουργήσεις καλύτερες εγκαταστάσεις, να έχεις περισσότερους προπονητές και να αναπτύξεις πολλά διαφορετικά στοιχεία που θα βοηθήσουν το μπάσκετ να μεγαλώσει ακόμη περισσότερο.
Δεν ξέρω πόσο ωραίο ακούγεται στις μέρες μας να λέμε ότι τα χρήματα είναι σημαντικά, γιατί όλοι θα ήθελαν να έχουν περισσότερα χρήματα. Αλλά είναι δεδομένο ότι βοηθούν στην ανάπτυξη ενός αθλήματος.
Στη Φινλανδία τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά. Δεν λέω ότι στην Ελλάδα είναι εύκολο να εξασφαλίσεις χρηματοδότηση, αλλά στη δική μας χώρα η προσέλκυση χρημάτων στον αθλητισμό είναι ίσως λίγο πιο περίπλοκη».
Επομένως, ο αθλητισμός δεν αποτελεί προτεραιότητα;
«Ναι, δεν αποτελεί προτεραιότητα».
Και ποια είναι η προτεραιότητα στη Φινλανδία;
«Δεν ξέρω ακριβώς πώς να το περιγράψω, αλλά αν παρατηρήσεις τη φινλανδική κουλτούρα, τους ανθρώπους και τον τρόπο με τον οποίο ζούμε, νομίζω ότι προσπαθούμε να δημιουργήσουμε μια χώρα στην οποία όλοι θα μπορούν να ζουν καλά.
Φυσικά, δεν λέω ότι όλοι βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν περισσότερα και άνθρωποι που έχουν λιγότερα.
Ωστόσο, σε γενικές γραμμές, θεωρώ ότι η φιλοσοφία είναι να μπορεί ο καθένας να είναι ευτυχισμένος που ζει στη Φινλανδία και να αισθάνεται ότι το κράτος και η κυβέρνηση τον φροντίζουν».
Επομένως, μιλάμε για την ποιότητα ζωής.
«Ποιότητα ζωής! Αυτή είναι η σωστή λέξη.
Έχω αγωνιστεί πολλά χρόνια εκτός Φινλανδίας και έχω γνωρίσει χώρες με πολύ μεγαλύτερη μπασκετική παράδοση από τη δική μας. Και νομίζω ότι ένα από τα σημαντικότερα πράγματα είναι πως η ποιότητα ζωής στη Φινλανδία βρίσκεται σε πολύ καλό επίπεδο.
Ακόμη και οι ίδιοι οι Φινλανδοί πολλές φορές παραπονιούνται. Λέμε ότι θα θέλαμε να έχουμε κάτι καλύτερο ή ότι στη Νορβηγία υπάρχει κάτι που λειτουργεί καλύτερα από ό,τι στη χώρα μας.
Όμως, όταν επισκέπτεσαι χώρες όπου η ποιότητα ζωής δεν είναι τόσο καλή, καταλαβαίνεις ότι το μπάσκετ, το ποδόσφαιρο ή οποιοδήποτε άλλο άθλημα μπορεί να αποτελέσει έναν τρόπο για να αλλάξει κάποιος τη ζωή του προς το καλύτερο.
Αν πετύχεις στο μπάσκετ, μπορείς να προσφέρεις μια καλύτερη ζωή στην οικογένειά σου. Και, φυσικά, η υγεία είναι το σημαντικότερο πράγμα.
Νομίζω, λοιπόν, ότι αυτός είναι ένας παράγοντας που σε ορισμένες χώρες ωθεί τους παίκτες και γενικότερα τους αθλητές, όχι μόνο τους μπασκετμπολίστες, να προπονούνται ακόμη πιο σκληρά.
Γιατί πολλές φορές δεν έχουν κάποια άλλη επιλογή.
Στη Φινλανδία, αντίθετα, υπάρχουν πολλές διαφορετικές επιλογές στη ζωή σου. Δεν είναι απαραίτητο να γίνεις επαγγελματίας αθλητής».
«Έβλεπα τον Γκάλη σε βιντεοκασέτα 15 φορές – Στις προπονήσεις κάναμε το Galis step»
Κατά τη διάρκεια της καριέρας σου έχεις αντιμετωπίσει πολλές ελληνικές ομάδες και Έλληνες παίκτες. Ποιο είναι το πρώτο πράγμα που σου έρχεται στο μυαλό όταν σκέφτεσαι το ελληνικό μπάσκετ σήμερα;
«Το πρώτο πράγμα; Θα έλεγα οι σπουδαίοι γκαρντ.
Αυτό είναι το πρώτο που σκέφτομαι.
Άλλωστε, κι εγώ ήμουν πλέι μέικερ. Ξεκινώντας από τον Παπαλουκά, συνεχίζοντας με τον Διαμαντίδη, τον Σπανούλη… Όλους αυτούς τους παίκτες που είχα την ευκαιρία να αντιμετωπίσω, αλλά τους οποίους ταυτόχρονα θαύμαζα όταν τους παρακολουθούσα να αγωνίζονται και έβλεπα πόσο καλοί ήταν.
Και θα σου πω και κάτι ακόμη. Εγώ γεννήθηκα το 1980.
Επομένως, όταν η Ελλάδα κατέκτησε το EuroBasket με τον Νίκο Γκάλη, ήμουν μικρό παιδί.
Ο πατέρας μου ήταν προπονητής και είχαμε τον αγώνα γραμμένο σε βιντεοκασέτα.
Πρέπει να τον είχα παρακολουθήσει δεκαπέντε φορές!
Έτσι, ο Νίκος Γκάλης και ο Παναγιώτης Γιαννάκης ήταν δύο ονόματα που γνώριζα από πολύ μικρός, παρότι υπήρχαν αρκετοί άνθρωποι που ασχολούνταν με το μπάσκετ και δεν τους γνώριζαν τόσο καλά.
Εγώ, όμως, είχα εκείνον τον αγώνα σε βιντεοκασέτα.
Μάλιστα, υπήρχαν κινήσεις του Γκάλη που μας δίδασκαν οι προπονητές. Θυμάμαι κάτι που ονομάζαμε “Galis step”, μια κίνηση που προσπαθούσαμε να εξασκήσουμε στις προπονήσεις.
Το σημαντικό είναι ότι η Ελλάδα είχε πάντοτε σπουδαίους γκαρντ. Είναι κάτι που διαχρονικά χαρακτηρίζει το ελληνικό μπάσκετ».
Τώρα μου προκαλείς ανατριχίλα μιλώντας για το 1987, γιατί εκείνη η χρονιά ήταν κάτι πραγματικά απίστευτο, όχι μόνο για την ιστορία του ελληνικού μπάσκετ. Ήταν ένα σημείο καμπής για τα πάντα. Δεν ξέρω αν το γνωρίζεις, αλλά πριν από το 1987 το μπάσκετ δεν ήταν τόσο μεγάλο στην Ελλάδα. Εκείνη ήταν η στιγμή που σε κάθε γειτονιά και σε κάθε περιοχή της χώρας άρχισαν να κατασκευάζονται γήπεδα μπάσκετ. Ήταν ουσιαστικά το σημείο μηδέν για το ελληνικό μπάσκετ.
«Δεν παίξαμε καλά απέναντι στην Ελλάδα – Θέλαμε πολύ το χάλκινο μετάλλιο»
Πάμε τώρα σε κάτι πιο πρόσφατο. Στο EuroBasket του 2025.
«Πρώτα σου λέω όλα αυτά τα ωραία για την Ελλάδα και τώρα θα με χτυπήσεις κατευθείαν εκεί, έτσι;», απάντησε γελώντας ο Ράνικο.
Όχι, όχι! Όλα καλά! Η Φινλανδία έφτασε μέχρι τον μικρό τελικό απέναντι στην Ελλάδα. Ό,τι έγινε, έγινε, ιδιαίτερα στις τελευταίες κατοχές. Περισσότερο από έναν χρόνο μετά, ποιο είναι το πρώτο πράγμα που σου έρχεται στο μυαλό όταν σκέφτεσαι συνολικά εκείνο το τουρνουά; Γιατί, εντάξει, ήταν μια δύσκολη ήττα στον αγώνα για το χάλκινο μετάλλιο, αλλά καταφέρατε να αποκλείσετε τη Σερβία, κάτι που ήταν τεράστια επιτυχία.
«Ναι, σίγουρα εκείνο το παιχνίδι με την Ελλάδα ήταν ένα παιχνίδι στο οποίο δεν αποδώσαμε το καλύτερο μπάσκετ που μπορούσαμε.
Παρ’ όλα αυτά, με κάποιον τρόπο καταφέραμε να επιστρέψουμε στη διεκδίκηση της νίκης και είχαμε την ευκαιρία να κερδίσουμε.
Όμως, αυτό δεν είναι το πρώτο πράγμα που μου έρχεται στο μυαλό. Και δεν είναι κάτι για το οποίο συζητούσαμε ιδιαίτερα μετά το τουρνουά, δηλαδή το πώς χάσαμε ή το ότι είχαμε την ευκαιρία να κατακτήσουμε το μετάλλιο.
Αυτό που θυμάμαι είναι ολόκληρο το EuroBasket.
Ξεκινώντας από το Τάμπερε, με το γήπεδο να είναι κατάμεστο στους αγώνες μας, με 12.000 ή 13.000 ανθρώπους στις εξέδρες.
Αρχίσαμε τη διοργάνωση με τρεις νίκες και είχαμε ήδη εξασφαλίσει τη θέση μας στην επόμενη φάση.
Στη συνέχεια αντιμετωπίσαμε τη Λιθουανία και τη Γερμανία. Δεν παίξαμε καλά και χάσαμε και τα δύο παιχνίδια.
Έπειτα μπήκαμε στη νοκ άουτ φάση, όπου συναντήσαμε τη Σερβία.
Νομίζω ότι αυτό είναι το παιχνίδι που θυμόμαστε περισσότερο από κάθε άλλο. Θυμόμαστε πόσο καλά παίξαμε, όλα όσα κάναμε σωστά και τον τρόπο με τον οποίο καταφέραμε να νικήσουμε τη Σερβία.
Μετά από εκείνη τη νίκη, ο δρόμος άνοιξε κάπως για εμάς.
Χωρίς να θέλω να υποτιμήσω τη Γεωργία, θεωρώ ότι ήμασταν το φαβορί σε εκείνη την αναμέτρηση».
«Και καταφέρνοντας να νικήσουμε τη Γεωργία και να προκριθούμε για πρώτη φορά στην ιστορία μας στην τετράδα, ζήσαμε κάτι πραγματικά εκπληκτικό.
Στο παρελθόν είχαμε φτάσει στους 16, στη συνέχεια καταφέραμε να προκριθούμε στην οκτάδα στο Βερολίνο και πλέον βρισκόμασταν ανάμεσα στις τέσσερις καλύτερες ομάδες της Ευρώπης.
Στη συνέχεια αντιμετωπίσαμε τη Γερμανία και σε εκείνο το παιχνίδι ουσιαστικά δεν είχαμε καμία τύχη.
Και μετά ήρθε η αναμέτρηση με την Ελλάδα, στην οποία επίσης δεν πραγματοποιήσαμε την καλύτερή μας εμφάνιση.
Αλλά αν με ρωτάς τι θυμάμαι περισσότερο από ολόκληρο το τουρνουά, θα σου πω τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκε αυτή η ομάδα κατά τη διάρκεια των τριών εβδομάδων της διοργάνωσης.
Περάσαμε από σκαμπανεβάσματα, αλλά στη συνέχεια, βήμα βήμα, αρχίσαμε να ανεβαίνουμε, να βελτιωνόμαστε και να γινόμαστε όλο και καλύτεροι.
Και παρ’ όλα αυτά, φτάσαμε στο σημείο να έχουμε την ευκαιρία να κερδίσουμε τον αγώνα για το χάλκινο μετάλλιο.
Κάθε παίκτης και κάθε προπονητής στο επιτελείο μας γνωρίζει ότι απέναντι στην Ελλάδα δεν πραγματοποιήσαμε την καλύτερή μας εμφάνιση.
Χρειαζόμασταν το καλύτερό μας παιχνίδι, αλλά αυτό δεν συνέβη.
Και όμως, ακόμη και απέναντι στην Ελλάδα, με τον Γιάννη Αντετοκούνμπο, είχαμε την ευκαιρία μας.
Με λίγη τύχη, αν και την τύχη πρέπει να την κερδίζεις, θα μπορούσαμε να είχαμε κατακτήσει το χάλκινο μετάλλιο.
Αλλά βλέποντας πόσο μεγάλη σημασία είχε αυτός ο αγώνας για τη δική σας εθνική ομάδα, για την Ελλάδα, κατάλαβες ότι επρόκειτο για έναν πραγματικό μικρό τελικό.
Ήταν ένα παιχνίδι στο οποίο και οι δύο ομάδες ήθελαν πάρα πολύ να κερδίσουν.
Και ελπίζω ότι κάποια μέρα θα καταφέρουμε κι εμείς να κατακτήσουμε ένα μετάλλιο».
Νομίζω ότι θα τα καταφέρετε.
«Ναι, αλλά χρειαζόμαστε και λίγη τύχη.
Όταν έχεις μια ομάδα όπως η δική μας, πρέπει να λειτουργήσουν όλα στην εντέλεια.
Ναι, έχουμε τον Μάρκανεν, ο οποίος είναι ένας πάρα πολύ καλός μπασκετμπολίστας.
Ωστόσο, εξακολουθούμε να μη διαθέτουμε το βάθος και την ποιότητα που έχουν χώρες όπως η Σερβία ή η Ισπανία, οι οποίες μπορούν να επιλέξουν ανάμεσα σε τριάντα διαφορετικούς παίκτες.
Εμείς χρειαζόμαστε όλους τους παίκτες μας. Τους χρειαζόμαστε υγιείς και διαθέσιμους και τότε μπορούμε να είμαστε ανταγωνιστικοί.
Και ξέρεις, δεν είμαστε ο πιο εύκολος αντίπαλος για καμία ομάδα. Γιατί, όπως σου είπα και προηγουμένως, παίζουμε με διαφορετικό τρόπο.
Αυτός είναι ο στόχος μας και αυτό προσπαθούμε να κάνουμε.
Φυσικά, πλέον πρέπει να επικεντρωθούμε στην προσπάθεια πρόκρισης στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2027».
«Ο Γιάννης είναι στους πέντε κορυφαίους παίκτες του κόσμου – Ο Ντόρσεϊ ήταν το κλειδί»
Ξέρεις, αυτή τη στιγμή οι εθνικές μας ομάδες δεν διαφέρουν και τόσο πολύ. Ναι, η Ελλάδα έχει δημιουργήσει ένα τεράστιο όνομα και μια ισχυρή μπασκετική ταυτότητα, όμως αυτή τη στιγμή μοιάζουμε αρκετά με τη Φινλανδία. Έχουμε έναν τεράστιο σταρ, τον Γιάννη Αντετοκούνμπο, αλλά η δεξαμενή των διαθέσιμων παικτών μας δεν είναι πλέον τόσο μεγάλη. Δεν διαθέτουμε το ίδιο βάθος και την ίδια ποιότητα που είχαμε τα προηγούμενα χρόνια. Ίσως η ανάπτυξη των νέων παικτών να έχει γίνει πιο δύσκολη ή ίσως κάναμε εμείς κάτι λάθος. Γιατί ο Γιάννης ήταν πραγματικά σαν να κερδίσαμε το λαχείο. Ήταν το τζακ ποτ. Δεν ήταν κάτι που είχαμε σχεδιάσει.
Αλλά μιας και αναφέραμε τον Γιάννη, στον μικρό τελικό είχε 30 πόντους, 17 ριμπάουντ και έξι ασίστ. Όταν προετοιμάζεις μια ομάδα για να τον αντιμετωπίσει, υπάρχει πραγματικά κάποια αμυντική λύση ή απλώς προσπαθείς να περιορίσεις τη ζημιά που μπορεί να σου κάνει;
«Θα έλεγα ότι δεν υπάρχει πραγματικά κάποια αμυντική λύση, ειδικά όταν πρόκειται να τον αντιμετωπίσεις δύο ή τρεις ημέρες μετά από ένα κακό παιχνίδι του.
Γιατί στον ημιτελικό απέναντι στην Τουρκία δεν είχε πραγματοποιήσει καλή εμφάνιση.
Βέβαια, η Τουρκία είχε ένα εξαιρετικό αγωνιστικό πλάνο και έπαιξε πολύ καλή άμυνα, αλλά και ο ίδιος ο Γιάννης δεν βρέθηκε στην καλύτερή του κατάσταση.
Επομένως, απέναντί μας ήθελε πάρα πολύ να κερδίσει. Και όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, δεν έχεις πολλές πιθανότητες.
Φυσικά, ολόκληρο το αμυντικό μας πλάνο ήταν προσαρμοσμένο πάνω του. Προσπαθήσαμε να τον περιορίσουμε και να κάνουμε τη ζωή του όσο το δυνατόν πιο δύσκολη.
Όμως αυτό είναι κάτι που δεν μπορείς πραγματικά να προπονήσεις.
Δεν υπάρχει κάποια άσκηση στην προπόνηση όπου μπορείς να πεις: “Ωραία, τώρα κάποιος θα υποδυθεί τον Γιάννη και θα προσπαθήσουμε να μάθουμε πώς να τον αντιμετωπίσουμε”.
Μπορείς να δουλέψεις πάνω στις κινήσεις που του αρέσουν, στον τρόπο με τον οποίο επιτίθεται, στο πώς πηγαίνει προς τα αριστερά, στο πώς θα αντιδράσεις σε διαφορετικές καταστάσεις και στο πώς θα τον κρατήσεις μακριά από το ριμπάουντ.
Φυσικά, όλοι γνωρίζουν αυτά τα πράγματα, αλλά μιλάμε για έναν από τους πέντε καλύτερους παίκτες στον κόσμο.
Παρ’ όλα αυτά, θεωρώ ότι ο Ντόρσεϊ ήταν ο παίκτης-κλειδί σε εκείνη την αναμέτρηση.
Ξέρεις, όταν ο Γιάννης πραγματοποιεί μια καλή εμφάνιση, θα σκοράρει 25 ή 30 πόντους απέναντι σε οποιονδήποτε αντίπαλο.
Όμως ο Ντόρσεϊ ευστόχησε σε κάποια σημαντικά σουτ από πολύ νωρίς.
Μέχρι εκείνο το παιχνίδι, η ελληνική ομάδα συνολικά δεν είχε ιδιαίτερα καλά ποσοστά στα σουτ.
Και όταν φτάσαμε στο ημίχρονο, σκεφτόμασταν: “Εντάξει, τώρα αρχίζουν να βάζουν και τα σουτ τους”.
Επομένως, αναγκάζεσαι να πάρεις κάποια ρίσκα στην άμυνα.
Ο Γιάννης έβρισκε τους συμπαίκτες του και εκείνοι ευστοχούσαν στα σουτ που δημιουργούνταν.
Βέβαια, δεν έκανε κάτι ιδιαίτερα ασυνήθιστο. Νομίζω ότι όλες οι εθνικές ομάδες προσπαθούν να εφαρμόσουν παρόμοιες αμυντικές προσεγγίσεις απέναντί του.
Όταν ο Γιάννης κατεβάζει την μπάλα, πρέπει και οι πέντε αμυντικοί να είναι έτοιμοι και σωστά τοποθετημένοι για να τον αντιμετωπίσουν. Το ίδιο ισχύει και στις καταστάσεις πέντε εναντίον πέντε.
Αλλά πρέπει να πω ότι όσο προχωρά η καριέρα του, έχει γίνει πολύ, πολύ καλύτερος και πιο γρήγορος στη λήψη αποφάσεων.
Παρακολούθησα το πρώτο του παιχνίδι στην preseason, στο Μαϊάμι, και πραγματικά μοίραζε συνεχώς την μπάλα. Ήταν εξαιρετικός».
Ναι, έδειχνε πραγματικά πολύ καλός!
«Ήταν εκπληκτικός! Νομίζω ότι έχει αλλάξει λίγο και την τεχνική του.
Αλλά το ζήτημα είναι ότι, αν θέλεις να τον σταματήσεις, πρέπει να τον αναγκάσεις να πασάρει.
Και στο δικό μας παιχνίδι, οι υπόλοιποι παίκτες της Ελλάδας ευστοχούσαν στα τρίποντα.
Δεν λέω ότι δεν είναι καλοί σουτέρ. Είναι πολύ καλοί σουτέρ. Απλώς κατά τη διάρκεια της διοργάνωσης δεν είχαν σουτάρει με τον ίδιο τρόπο που σούταραν απέναντί μας».
Ναι, και αν αφήσουμε στην άκρη τον Ντόρσεϊ, οι υπόλοιποι είναι αρκετά ασταθείς στο σουτ τους. Μπορεί να βρεθούν σε μια πολύ καλή ημέρα, αλλά αν δεν τους μπουν τα σουτ, τότε έχεις πολύ περισσότερες πιθανότητες να κερδίσεις.
«Ο Σπανούλης ήξερε πώς να κερδίζει – Κατάφερε να κάνει την Ελλάδα μία ομάδα»
Επειδή αναφέρθηκες προηγουμένως στον Βασίλη Σπανούλη, ανήκετε ουσιαστικά στην ίδια γενιά. Οι καριέρες σας ως παίκτες εξελίχθηκαν την ίδια περίοδο και πλέον είστε και οι δύο προπονητές. Τι ήταν αυτό που σε εντυπωσίασε περισσότερο στον Σπανούλη και στην εθνική Ελλάδας κατά τη διάρκεια του EuroBasket;
«Νομίζω ότι ήταν ο τρόπος με τον οποίο παρουσιαζόταν η ομάδα προς τα έξω και ο τρόπος με τον οποίο οι παίκτες αγωνίζονταν όλοι μαζί.
Για μένα, ως προπονητή, έδειχνε ότι είχε καταφέρει να δημιουργήσει μια πολύ καλή ατμόσφαιρα μέσα στην ομάδα.
Ίσως να ήταν οι ίδιοι οι παίκτες. Ίσως εκείνοι να έκαναν όλη τη δουλειά.
Αλλά αυτό που έβλεπες απ’ έξω ήταν ότι, από το πρώτο κιόλας παιχνίδι, ο πάγκος αντιδρούσε συνεχώς.
Όλοι συμμετείχαν, όλοι ζούσαν το παιχνίδι και όλοι ήθελαν πραγματικά να κερδίσουν.
Επομένως, νομίζω ότι ο Σπανούλης, και τώρα απλώς κάνω μια εκτίμηση, ως ένας από τους σπουδαιότερους Ευρωπαίους παίκτες όλων των εποχών, έχει μεταφέρει αυτή τη νοοτροπία και στην προπονητική του.
Για μένα, το σημαντικότερο χαρακτηριστικό του ως παίκτη ήταν ότι ήξερε πώς να κερδίζει παιχνίδια.
Και θεωρώ ότι αυτή τη νοοτροπία προσπαθεί να μεταφέρει από την καριέρα του ως παίκτης στον ρόλο του ως προπονητής.
Πλέον δεν μπορεί να κερδίσει ο ίδιος ένα παιχνίδι. Χρειάζεται ολόκληρη την ομάδα να λειτουργεί ως μία ενότητα.
Και αυτό ακριβώς έβλεπες όταν παρακολουθούσες την Ελλάδα.
Όχι μόνο στον μικρό τελικό απέναντί μας, αλλά σχεδόν σε ολόκληρη τη διοργάνωση, με εξαίρεση ίσως τον ημιτελικό.
Επομένως, όταν μιλάμε για την προπονητική του, εγώ στέκομαι περισσότερο στη νοοτροπία που είχε ως παίκτης.
Αυτό είναι που φαινόταν στο EuroBasket.
Και δεν αναφέρομαι στα προκριματικά παιχνίδια, αλλά στην ίδια την τελική φάση της διοργάνωσης.
Με κάποιον τρόπο κατάφερε να κάνει όλους τους παίκτες να αγωνίζονται ο ένας για τον άλλον και όχι ο καθένας για τον εαυτό του.
Ξεκινώντας από τον Γιάννη.
Ο Γιάννης ήταν πραγματικά ένας ομαδικός παίκτης σε εκείνο το τουρνουά.
Φυσικά, έκανε όλα όσα ξέρει να κάνει μέσα στο γήπεδο, αλλά παράλληλα αποδεχόταν ότι υπήρχαν στιγμές που έπρεπε να πασάρει την μπάλα.
Και τότε οι υπόλοιποι παίκτες αναλάμβαναν την ευθύνη και κατάφερναν να ευστοχήσουν στα σουτ.
Αυτό είναι κάτι που μπορεί να προσφέρει ένας προπονητής στην ομάδα του.
Και νομίζω ότι ο Σπανούλης κάνει εξαιρετική δουλειά σε αυτό το κομμάτι.
Φυσικά, δεν αναφέρομαι μόνο στην παρουσία του στην εθνική ομάδα, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο προπονούσε τη Μονακό.
Υπάρχουν ορισμένες ομοιότητες ανάμεσα στον τρόπο που αγωνιζόταν ο ίδιος ως παίκτης και στον τρόπο με τον οποίο παίζουν οι ομάδες του στην επίθεση.
Αλλά αυτά είναι περισσότερο τεχνικά ζητήματα».
«Η ήττα πονάει περισσότερο ως προπονητής παρά ως παίκτης»
Δύο ακόμη ερωτήσεις και θα σε αφήσω, επειδή έχεις και παιχνίδι. Αρχικά, μιας και μιλήσαμε για τον παίκτη και τον προπονητή, σου προσφέρει η προπονητική την ίδια αδρεναλίνη στις ευρωπαϊκές βραδιές με εκείνη που ένιωθες όταν αγωνιζόσουν;
«Όχι. Θα έλεγα ότι σου προσφέρει ένα διαφορετικό είδος συναισθήματος.
Είναι ένα υπέροχο συναίσθημα, αλλά δεν νομίζω ότι μπορείς πραγματικά να συγκρίνεις τα δύο.
Όταν είσαι παίκτης και έχεις την μπάλα στα χέρια σου, αισθάνεσαι ότι είσαι εσύ υπεύθυνος για όσα θα συμβούν στη συνέχεια.
Ως προπονητής, μπορεί κάποιες στιγμές να πιστεύεις ότι ελέγχεις την κατάσταση, αλλά στην πραγματικότητα δεν ελέγχεις το παιχνίδι.
Οι παίκτες είναι εκείνοι που ελέγχουν το παιχνίδι.
Εσύ απλώς προσπαθείς να τους βοηθήσεις. Και αυτή είναι η ουσία της προπονητικής.
Για μένα, η σημαντικότερη δουλειά ενός προπονητή είναι να βοηθά τους παίκτες του. Όχι μόνο κατά τη διάρκεια των προπονήσεων, αλλά και την ώρα του αγώνα.
Επομένως, πρόκειται για ένα διαφορετικό συναίσθημα.
Φυσικά, είναι υπέροχο να κερδίζεις παιχνίδια ως προπονητής.
Ωστόσο, πιστεύω ότι μια ήττα πονάει περισσότερο όταν είσαι προπονητής απ’ ό,τι όταν είσαι παίκτης.
Γιατί ως παίκτης, μετά από μια ήττα, μπορείς να πεις: “Εντάξει, τώρα πρέπει να προχωρήσω, να επιστρέψω στην προπόνηση και να προετοιμαστώ για το επόμενο παιχνίδι”.
Αλλά ως προπονητής πρέπει να αναλύσεις τα πάντα.
Πρέπει να εξετάσεις πού κάνατε λάθος, τι δεν λειτούργησε σωστά και τι πρέπει να βελτιώσετε.
Γι’ αυτό θεωρώ ότι η προπονητική είναι, κατά κάποιον τρόπο, λίγο πιο δύσκολη».
«Η Βίλπας πέτυχε κάτι μεγαλύτερο από την Κάταγια – Ο κύκλος μου δεν έχει κλείσει»
Πριν από δέκα χρόνια, η Κάταγια έγινε η πρώτη φινλανδική ομάδα που προκρίθηκε στην κανονική περίοδο του Basketball Champions League και εσύ ήσουν ο πλέι μέικερ της. Πλέον, η Σαλόν Βίλπας είναι η δεύτερη ομάδα από τη Φινλανδία που καταφέρνει κάτι αντίστοιχο, με εσένα αυτή τη φορά να βρίσκεσαι στον πάγκο ως προπονητής. Αισθάνεσαι ότι με αυτόν τον τρόπο ολοκληρώνεται ένας κύκλος στην καριέρα σου;
«Ναι, κατά κάποιον τρόπο, ναι.
Νομίζω ότι εκείνη ήταν η πρώτη χρονιά του Basketball Champions League, όταν η Κάταγια κατάφερε να προκριθεί.
Τότε, για να πάρεις την πρόκριση, έπρεπε να παίξεις έναν αγώνα στην έδρα σου και έναν εκτός έδρας.
Επομένως, το σύστημα των προκριματικών ήταν εντελώς διαφορετικό.
Κατά τη γνώμη μου, αυτό που καταφέραμε τώρα με τη Βίλπας ήταν πολύ πιο δύσκολο και αποτελεί μεγαλύτερο επίτευγμα.
Το Basketball Champions League είναι πλέον πολύ πιο ανταγωνιστικό. Είναι μια πολύ καλύτερη διοργάνωση σε σχέση με ό,τι ήταν πριν από δέκα χρόνια.
Φυσικά, είναι πολύ όμορφο να βλέπεις ότι, δέκα χρόνια αργότερα, υπάρχει ξανά μια φινλανδική ομάδα που αγωνίζεται σε αυτό το επίπεδο.
Ωστόσο, δεν θεωρώ ότι αυτός ο κύκλος έχει κλείσει ακόμη.
Παραμένει ανοιχτός.
Υπάρχουν ακόμη πολλά πράγματα που πρέπει να πετύχουμε και πολλοί στόχοι που πρέπει να εκπληρώσουμε μέχρι να μπορέσουμε να πούμε ότι ο κύκλος έκλεισε».